Ο ΗΡΑΚΛΗΣ, ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ
Από το Βιβλίο του Δ. Αλειφερόπουλου “Σ’ ευχαριστώ Καρκίνε”

Μπαίνοντας στον θάλαμο βραχείας νοσηλείας ένιωσε στην ατμόσφαιρα κάτι καινούργιο. Και δεν ήταν οι εκκωφαντικές σιωπές που συναγωνίζονταν τις εύγλωττες κακές σκέψεις, ούτε τα τρομαγμένα βλέμματα των χημειοθεραπευόμενων.
Ήταν κάτι που το ένιωθε σαν Μόρα να σκεπάζει ολόκληρο τον θάλαμο. Καθώς κατευθυνόταν στην καρέκλα που του έδειξε η Κική-κατάλαβε γιατί είχε νιώσει έτσι.
Ένα παιδάκι ούτε οκτώ χρονών, ο Ηρακλής, χαμένος με το μικρό κορμάκι του στην τεράστια πολυθρόνα δίπλα του, με τα σημάδια πρόσφατης επέμβασης στο κρανίο του και με τον φλεβοκαθετήρα στο χεράκι του, καθόταν αγόγγυστα και μοίραζε τη ματιά του ανάμεσα στις σταγόνες που έτρεχαν από τον ορό και στην απελπισμένη μητέρα του που του κρατούσε το άλλο χέρι σφιχτά. Με φοβισμένο βλέμμα και με μία συστολή αποτυπωμένη στο σώμα του, σαν να φοβόταν να μην ενοχλήσει τους γύρω του, έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να ενταχθεί και να χαθεί στο αταίριαστο μωσαϊκό των ασθενών γύρω του.
Πριν η Κική του τοποθετήσει τον φλεβοκαθετήρα, γύρισε και χαμογέλασε αδιόρατα στον μικρό Ηρακλή και αυτό το παιδάκι θλιμμένα του το ανταπέδωσε!
Ένιωσε ξαφνικά ότι ο ίδιος ήταν νάνος μπροστά στον Ηρακλή που φάνταζε σαν γίγαντας και η τεράστια σκιά του είχε εξαφανίσει τη δική του. Ένιωσε πολύ μικρός μπροστά στον μικρό Ηρακλή.
Πάντοτε στην καριέρα του ως γιατρός αλλά και τώρα που ο ίδιος ήταν υποψήφιος αναχωρητής, τον στοίχειωναν τέτοιες εικόνες βγαλμένες από αρχαία τραγωδία όπου μανάδες ασπαίρουσες * και αλλοπαρμένες με σαλεμένο βλέμμα ολοφυρόντουσαν ** και θρηνούσαν γοερά πάνω από το άψυχο σώμα του παιδιού τους, καταδικασμένες πια στην αιώνια μοναξιά του απαρηγόρητου πόνου τους.
Ποτέ δεν είχε καταφέρει να ξορκίσει αυτές τις τραγικές εικόνες και πάντοτε θεωρούσε ότι η ύψιστη γήινη δοκιμασία για τον γονιό και ιδιαίτερα για την μητέρα είναι να “κατευοδώσει το παιδί της. Και ενώ με τη γέννηση το κόψιμο του ομφάλιου λώρου συνοδεύεται από χαρμόσυνο κλάμα ζωής, το άλλο βίαιο κόψιμο του λώρου, η αφαίρεση της ζωής ενός μικρού παιδιού από τον ανελέητο Χάρο, συνοδεύεται από οιμωγές θανάτου, θρήνο και σιωπή για όλη την υπόλοιπη ζωή της χαροκαμένης μάνας.
* σπαρταρούσαν
** οδυρόντουσαν
Μπροστά σε τέτοιες τραγωδίες δεν υπήρξε ούτε μία φορά που δεν αναρωτήθηκε με απελπισίας «που είσαι Θεέ».
Μόλις η Κική άνοιξε τον ρυθμιστή ροής και άρχισε βίαια η τοξική επίθεση στο σώμα του και το μυαλό του, έστριψε ξανά το κεφάλι του και κοίταξε τον μικρό Ηρακλή δίπλα του και σκέφτηκε πόσους άραγε άθλους θα προλάβαινε να πραγματοποιήσει στη ζωή του που είχε αρχίσει τόσο άσχημα…
Γνωρίζοντας όμως τη βαριά πρόγνωση του όγκου που είχε χειρουργηθεί, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Τι όνειρα να κάνει άραγε αυτό το παιδί; Είχε ταραχτεί είχε γίνει πολύ ευσυγκίνητος και ένιωθε πολύ ευάλωτος με τον ηρωικό μικρό Ηρακλή στη διπλανή πολυθρόνα, Και εκείνη η μάνα δίπλα του… Δεν είχε κουράγιο ούτε αυτή να την κοιτάξει.
Οι αθροιστικές πια παρενέργειες της χημειοθεραπείας χτυπούσαν κάθε φορά πιο γρήγορα και πιο δυνατά.
Πάλι υπερτασικές κρίσεις που σφυρηλατούσαν τα μηνίγγια του και έκαναν ανυπόφορο τον πονοκέφαλο. Πάλι ναυτία, πάλι εμετός που πισωγύριζε και κάθε φορά με μεγαλύτερη ένταση. Σαν να χτυπούσαν το σώμα του με σφυριά με σκοπό να το διαλύσουν.
Πρέπει να είχαν περάσει δυο τρεις ώρες όταν ένας νοσοκόμος τον παρέλαβε για να τον μεταφέρει εξαντλημένο με τροχήλατη καρέκλα στο δωμάτιό του, Γύρισε και κοίταξε τον μικρό Ηρακλή και όταν συναντήθηκαν τα μάτια τους ήξερε πως αυτή η στιγμή ήταν «Ο τελευταίος ασπασμός»!