Ο ΑΝΤΩΝΙΟΥ

  • – 2022.03.16
  • Από το Βιβλίο του Δημήτρη Αλειφερόπουλου
    Σ’ Ευχαριστώ Καρκίνε

Προσπαθώντας να βολευτεί στην πολυθρόνα του και ενώ η Κική ψηλαφούσε τη φλέβα που θα έβαζε τον φλεβοκαθετήρα, ένιωσε τη ματιά του ασθενούς δίπλα του να είναι επίμονα καρφωμένη επάνω του, κάτι που δεν συνηθίζουν οι καρκινοπαθείς γιατί ο καθένας έχει τον δικό του βαρύ σταυρό και δεν μπορεί να ασχοληθεί με τον διπλανό του.
Είναι σαν τους ναυαγούς στη σχεδία της μέδουσας που εξουθενωμένοι έχουν τα μάτια κλειστά ή ατενίζουν με μισοσβησμένο βλέμμα τον ορίζοντα. Γύρισε από περιέργεια το κεφάλι του να δει ποιος τον κοιτούσε επίμονα αλλά η φυσιογνωμία του δεν του θύμισε κάποιον. Ήταν ένας μικρόσωμος άντρας που είχε ήδη αρχίσει τη θεραπεία του. Είχε προχωρημένη αλωπεκία και φορούσε γυαλιά με χοντρούς φακούς που έκρυβαν ή άλλαζαν τα μάτια του. Δεν έδωσε περισσότερο προσοχή και γύρισε το κεφάλι του σε ουδέτερη θέση, αλλά πάλι ένιωθε πως το βλέμμα του διπλανού του ήταν καρφωμένο επάνω του. Μετά από λίγα αμήχανα δευτερόλεπτα, ο διπλανός του τον ρώτησε δειλά: «αρχηγέ εσύ είσαι;». Η προσφώνηση «αρχηγέ ήταν πολύ οικεία στα αυτιά του από τα χρόνια της Σχολής γιατί όλοι τον αποκαλούσαν πιο πολύ έτσι σαν αρχηγός της τάξης του που ήταν και όχι με το επώνυμό του. Ούτε ένα δευτερόλεπτο δεν του πήρε για να θυμηθεί τα πάντα! Μόνον η χροιά της φωνής του σ’ αυτές τις τρεις λέξεις που είχε ξεστομίσει ο διπλανός του, ήταν αρκετές για να τον γυρίσουν πίσω πολλά χρόνια, στα χρόνια της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής, τότε που νέος δεκαεννιά χρονών από την επαρχία είχε προσγειωθεί σε έναν χώρο βίαιης ενηλικίωσης. Μέχρι τότε, προστατευμένος σε μία ονειρεμένη οικογένεια και ζώντας σε έναν όμορφο μικρόκοσμο, αυτόν του χωριού του και της Ιθάκης του, αγνοούσε την ύπαρξη τέτοιας κοινωνικής αρένας. Ωστόσο η αρένα αυτή ήταν μία τέλεια προσομοίωση της πραγματικής κοινωνίας που είχε αρχίσει να τον κάνει μέλος της. Η στρατιωτική ιεραρχία και η άνευ αντιλογίας υπακοή προς κάθε αρχαιότερο που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο κάθε στρατού, δίνει το δικαίωμα σε κάθε ανώτερο να εκδηλώσει βαθύτερα και ποταπά αισθήματα που όλοι οι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους, με το πρόσχημα της εκπαίδευσης και της «στρατιωτικοποίησης».

Θυμήθηκε αμέσως τα πάντα! Ο Αντωνίου, τεταρτοετής τότε, του έδειξε χωρίς λόγο την αντιπάθειά του από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν απέναντι. Αυτό σήμαινε ότι για τρία χρόνια μέχρι να αποφοιτήσει, θα τον είχε πάνω από το κεφάλι του. Πραγματικά, αυτά τα τρία χρόνια, καθώς μάλιστα η εξουσία του ως πεμπτοετής και εκτοετής μεγάλωνε, Ο Αντωνίου γινόταν και χειρότερος. Τον «κυνηγούσε» απροκάλυπτα. Τον έψαχνε την Παρασκευή το βράδυ για να τον βρει «παραπτωματία» στο σκοτεινό μυαλό του και για να τον βγάλει το πρωί του Σαββάτου στην αναφορά, να τιμωρηθεί και να του στερήσει την έξοδο του σαββατοκύριακου. Δεν τον σταματούσε τίποτα! Ούτε τα χαλκευμένα αιτιολογικά των αναφορών του που προκαλούσαν ένα υπομειδίαμα κατανόησης στο πρόσωπο των αξιωματικών υπηρεσίας που έβλεπαν την σκοπιμότητα, ούτε η κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση «αθώωσή» του, κάτι που είναι έως και προσβλητικό για τον αναφέροντα, μπόρεσαν να μαλακώσουν το μένος του Αντωνίου.

Φυσικά υπήρχαν και άλλοι Αντωνίου στη Σχολή με παρόμοια συμπεριφορά, αλλά τηρούσαν κάπως τα προσχήματα. Ο Αντωνίου ήταν απλώς ο χειρότερος, Ο πιο φανατικός διώκτης του. Γύρισε και του έριξε μία δεύτερη και τελευταία ματιά. Είχε τα χάλια του, χειρότερα από αυτόν. Όπως ήταν και μικρόσωμος φαινόταν σαν να είχε συρρικνωθεί στη φαρδιά πολυθρόνα, και όπως όλοι στη σχεδία της μέδουσας, είχε την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Δεν είχε καμία διάθεση να πει τίποτα στον Αντωνίου, καθώς μάλιστα η χημειοθεραπεία είχε αρχίσει την ανελέητη τοξική επίθεση της στο σώμα του. Είχε όμως ολοφάνερη επιθυμία ο Αντωνίου που δεν σταματούσε να μιλάει αν και αυτός είχε κλειστά τα μάτια του και δεν έδειχνε να τον προσέχει. Σαν σε όνειρο τον άκουγε να του λέει για τις τύψεις (!) που τον έτρωγαν (!) για τη συμπεριφορά του τότε στη σχολή.

Τα έβαζε με το «σύστημα» που αλλοιώνει τους νέους ανθρώπους και στη συνέχεια τους «χρησιμοποιεί» για να πετύχει τους σκοπούς του που είναι η πλήρης χειραγώγηση και ο ευνουχισμός της προσωπικότητας αυτών που θα φορέσουν τη στολή. Από την άποψη αυτή, η σχολή μπορούσε να ιδωθεί και σαν προσομοίωση της κοινωνίας που τον περίμενε. Στη ζωή του στη συνέχεια υπήρξαν πολλοί Αντωνίου και όχι μόνον στον στρατό. Σε όλα τα ιεραρχημένα συστήματα, στην κρατική εξουσία, στη δικαιοσύνη, στην εκκλησία, παντού, οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Υπάρχουν οι καλοί και αγαθοί κατά το αρχαίο πρότυπο που είναι πολύ λίγοι, και υπάρχουν οι Αντωνίου που είναι συντριπτικά περισσότεροι που μπορούν να συντρίψουν τον κατώτερο και να τον οδηγήσουν μέχρι τη φυσική εξόντωσή του, πάντοτε με κάποιο χαλκευμένο πρόσχημα. Είχε θετική άποψη για τη φιλοσοφία της «εκπαίδευσης» και του «καψονιού» για κάποιο διάστημα, και θεωρούσε ότι είναι και απαραίτητο για τη μετάβαση σε έναν χώρο αυστηρά ελεγχόμενο όπως είναι ο Στρατός. Η ένστασή του είχε να κάνει πάντοτε με την ανεξέλεγκτη δυνατότητα που δίνουν γενικά τα ιεραρχημένα συστήματα εξουσίας σε άτομα εμφανώς ελλειμματικά έως και διαταραγμένα με αμιγή ψυχιατρική ματιά, ώστε με κάποιο υπηρεσιακό πρόσχημα να εξωτερικεύουν τα απωθημένα τους πάνω στον στόχο που έχουν επιλέξει, γνωρίζοντας -και αυτό είναι ίσως το χειρότερο ότι δεν θα έχουν συνέπειες για τη συμπεριφορά τους γιατί θα τους καλύψει το ίδιο το σύστημα.
Αυτό που τον είχε συγκλονίσει στη ζωή του τα χρόνια που μεσουρανούσε στον επαγγελματικό του χώρο, ήταν τα απίστευτα σκηνικά που έστηνε σε ανύποπτο χρόνο κάποια αόρατη αλλά πανίσχυρη δύναμη και του έστελνε τους διάφορους Αντωνίου της ζωής του για εξέταση αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας. Αρκετοί είχαν πάρει από τα χέρια του άσχημη έως και καταδικαστική διάγνωση. Ήταν απίστευτα δύσκολες οι στιγμές αυτές γιατί εκτός από το ότι γινόταν ο ίδιος άγγελος πολύ κακής είδησης που ανέτρεπε τη ζωή, περνούσε μεγάλη δοκιμασία και το δικό του αξιακό σύστημα της ανωτερότητας, της καλοσύνης και της ενσυναίσθησης. Ένιωθε συντριβή με τη «μετάνοια» και την «απολογητικότητα» που χωρίς να το περιμένει και χωρίς να το θέλει, είχε εισπράξει στη ζωή του από διάφορους Αντωγίου. Ωστόσο, αυτό που τώρα ερχόταν συνεχώς στο μυαλό του ήταν η φράση από τη νεκρώσιμη ακολουθία «εις κεκοιμημένους»: «τις εστί βασιλεύς ή
στρατιώτης, ή πλούσιος ή πένης ή δίκαιος ή αμαρτωλό». Είχε δει πολλές φορές πρώην ισχυρούς και μετέπειτα «αποθηριωμένους» στη συναρπαστική ζωή του. Ο Αντωνίου του μιλούσε ακατάπαυστα και από ένα σημείο και μετά η «απολογία» του τον νανούρισε.

Πριν όμως «γλαρώσει» η συνείδησή του ήθελε να δώσει και στον ίδιο τον εαυτό του ένα ακόμη μάθημα. Θυμήθηκε ολοκάθαρα ότι στα χρόνια της Στρατιωτικής Ιατρικής, τόσο ο Αποστόλης ο γαστρεντερολόγος, όσο και ο Γρήγορης ο χειρουργός που ήταν μικρότεροί του στη σχολή, δεν συμπεριλαμβανόντουσαν στους «φίλους» του. Φυσικά, ούτε κατά διάνοια δεν υπήρξε γι΄ αυτούς ένας «Αντωνίου», αυτό ήταν ανεπίτρεπτο για την προσωπικότητά του, τον χαρακτήρα του και το αξίωμα του Αρχηγού Σχολής, όμως ναι, δεν ήταν ποτέ «φιλικός» μαζί τους. Σε αυτό βοηθούσε και η διάκριση μεταξύ των τάξεων που είναι νόμος στις στρατιωτικές σχολές, όμως εκείνη τη στιγμή έβλεπε ότι αυτοί οι δυο σπουδαίοι άνθρωποι και γιατροί ήταν εκείνοι που θα τους χρωστούσε τη ζωή του, όση του απέμενε. Όταν η Κική τον ειδοποίησε να σηκωθεί για να πάει στον θάλαμό του, πετάχτηκε από τον ύπνο του και κοίταξε αμέσως τη θέση δίπλα του που είχε αδειάσει. Δεν ήταν σίγουρος αν είχε ζήσει στην πραγματικότητα αυτή τη συνάντηση ή η ψυχή του είχε πάρει τη βασιλική οδό για να ηρεμήσει…για να ξεχάσει…
___________________________________________________________________________
Η ανάρτηση του κειμένου πραγματοποιήθηκε με τη έγκριση του Συγγραφέα κ. Δημήτρη
Αλειφερόπουλου. Η φωτογραφία προστεθεί από την ΕΕΥΕΔ