ΣΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ 2ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
- Ηλία Δεληγιαννάκη
- Από το Βιβλίο “Η Ιστορία της Στρατιωτικής Ιατρικής (Σ.Ι.Σ) Θεσσαλονίκης (1947-1970)

Ο Υποστράτηγος (ΥΙ) ε.α Ηλίας Δεληγιαννάκης γεννήθηκε το 1927 στη Αργυρούπολη Ρεθύμνης το 1927. Εισήλθε στην ΣΙΣ (Τάξη 1947Α) την 01-Αυγ-47 με Αριθμό Μητρώου 17, και αποφοίτησε την 10-Σεπ-52. Έλαβε την ειδικότητα Νευρολόγου – Ψυχιάτρου. Υπήρξε ο εμπνευστής και ιδρυτής της Ένωσης Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΕΥΕΔ).
![]()
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Από γεγονότα σχετιζόμενα με τη μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο αναβίωση της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη
Είμαι ένας (ο υπ΄αριθμόν 17) από τους 32 πρωτοετείς φοιτητές της Ιατρικής, προερχόμενος από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τους οποίους ξεκίνησε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο τη νέα της περίοδο λειτουργίας η Στρατιωτική Ιατρική Σχολή (Σ.Ι.Σ), (που με την πάροδο αρκετών ετών μετεξελίχθηκε στη ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΞ/ΚΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ), την άνοιξη του 1947.
Έχοντας αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο Χανίων το 1944, χρονιά που δεν ελειτούργησε η ανώτατη παιδεία, ξεκίνησα το θέρος του 1945 με καΐκι μόνο διατιθέμενο μετά το τέλος του καταστρεπτικού δευτέρου παγκοσμίου πολέμου μέσον συγκοινωνίας, για τον Πειραιά-Αθήνα, όπου έφθασα μετά από 40 ώρες στη θάλασσα.
Εβίωσα, όπως όλοι οι σύγχρονοί μου, την αφετηρία της Ελληνικής Πολιτείας, που βρήκε την πιο δυστυχισμένη εποχή του Ελληνικού Έθνους και Κράτους για να πρωτοτυπήσει, θεσπίζοντας την καθιέρωση ενός – πρόσθετου – «προοδευτικού» έτους για την ανώτατη παιδεία εν γένει, το οποίον κατήργησε σε λίγους μήνες, αρχή της ανοίξεως του 1946, μετονομάζοντάς μας όλους τους πρωτοετείς σε πρωτοετείς των αντιστοίχων σχολών, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να χάσουν τη χρονιά τους. Ευτυχώς εγώ ανήκα σ΄αυτούς που την εκέρδισαν, ως ανήκων “στων φρονίμων τα παιδιά” κι έτσι μαζί με τους εκ Θεσσαλονίκης συμμαθητές μου – που είχαν πιο σώφρονα πανεπιστημιακή διοίκηση – βρεθήκαμε δευτεροετείς όταν παρουσιασθήκαμε την 1η Αυγούστου στη Σ.Ι.Σ μαζί με λίγους ακόμη εξ Αθηνών (σύνολον 7 ή 8 εκ των 32 επιτυχόντων).
Έτσι, ονομασθήκαμε δευτεροετείς με την αρχή του νέου εκπαιδευτικού έτους.
Γυρίζω λίγο πίσω για “να συναντήσω τη γνωριμία μου με την Σ.Ι.Σ”. Στα σχέδιά μου για σπουδές υπήρχε εν υπνώσει η πρόθεσις σπουδών μέσω της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής, εάν θα ξαναλειτουργούσε μετά τον πόλεμο. Και ήταν η 20η Μαρτίου 1947 όταν, επιστρέφοντας από την εργασία του ο θείος μου που με φιλοξενούσε και ο οποίος ήξερε τα σχέδιά μου, μπήκε στο σπίτι “κραδαίνοντας την εφημερίδα του” και μου λέει το μεγάλο νέο: «Η προθεσμία υποβολής δικαιολογητικών για συμμετοχή στις εξετάσεις για τη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή που έληγε σήμερα (20 Μαρτίου), παρατείνεται επί 15νθημέρου (έως 5 Απριλίου)», έλεγε μια λιγόλογη ανακοίνωσις. Αυτό ήταν το μεγάλο άγγελμα. Και τα ταχυδρομεία απεργούσαν. Ευτυχώς ίσχυαν κάποια από τα απαραίτητα δικαιολογητικά που έπρεπε να έλθουν από την Κρήτη και που τα είχα μαζί μου από προγενέστερη προετοιμασία μου για συμμετοχή σε εξετάσεις για τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, που όμως την τελευταία στιγμή ματαιώθηκαν για ιδιώτες (πήραν μόνον στρατευμένους υποψηφίους). Το απαιτούμενο πιστοποιητικό από τις υπηρεσίες δικαιοσύνης μπόρεσε να έλθει τηλεγραφικώς μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και έφθασε την 4η Απριλίου. Έτσι επεισοδιακά κατόρθωσα να λάβω μέρος στις εξετάσεις για την Στρατιωτική Ιατρική Σχολή (ΣΙΣ), που τώρα άνοιγε στη Θεσσαλονίκη.
Το Μάιο 1947 ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Θα έπαιρναν 32 και ήμουν 17ος. Ως ημερομηνία κατατάξεως στην Σχολή ορίσθηκε η 1η Αυγούστου. Έως τότε, λίγοι από την ομάδα των επιτυχόντων εκ του Πανεπιστημίου Αθηνών και σχεδόν όλοι οι εκ Θεσσαλονίκης, λόγω διαφορετικών ρυθμών στη διαδικασία της εκπαίδευσης, είχαμε περατώσει τις εξετάσεις του πρώτου έτους επιτυχώς και είμαστε για το Πανεπιστήμιο δευτεροετείς. Για τη Σχολή όμως πρωτοετείς μέχρι καταχωρήσεως της προαγωγής μας στην ημερήσια διαταγή της Σχολής.
Η κύρια ομάδα των επιτυχόντων στην Αθήνα αναχώρησε την 30η Ιουλίου ατμοπλοϊκώς από τον Πειραιά για τη Θεσσαλονίκη. Η σιδηροδρομική συγκοινωνία είχε διακοπεί λόγω της καταστροφής από την Ελληνική Αντίσταση της γέφυρας του Γοργοποτάμου και λεωφορεία ήρχοντο μέσω Κοζάνης και λίγα. Την επομένη, 31η Ιουλίου, φθάσαμε στη Θεσσαλονίκη και ομαδικά, όπως είχαμε πια γνωρισθεί στο πλοίο, βαδίσαμε ως τη Σχολή όπου μας καλοδέχθηκαν οι ελάχιστοι από το προσωπικό που βρήκαμε. Εδώ θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αντιγραφή από το ημερολόγιό μου:
«Από το ίδιο βράδυ πήραμε κρεβάτια και στρατιωτικά είδη και από την 1η Αυγούστου είμαστε στρατιώτες. Είμαστε σαν κλιβανισμένοι με τα ασιδέρωτα ρούχα που φορούσαμε. Μα είμαστε αρκετά ελεύθεροι, ελεύθεροι πολιορκημένοι. Από τις 4 του μηνός, Δευτέρα, άρχισε μία στενότερη προσαρμογή στην στρατιωτική ζωή. Μπορούσαμε όμως να βγαίνωμε πολλές μέρες, που μας το επέτρεπαν φορώντας τα πολιτικά μας ρούχα. Μέσα στη Σχολή επεριφερόμαστε μισόγυμνοι με φανέλες και πηγαίναμε στη θάλασσα κι εκολυμπούσαμε (η Σχολή – πρώην Γερμανική Σχολή Θεσσαλονίκης – κατείχε το αντίστοιχο στο οικόπεδό της τμήμα του αιγιαλού). Δεν είχαμε κανέναν από πάνω μας που να μας κάνει τη συνηθισμένη στις στρατιωτικές σχολές νίλα. Οι αξιωματικοί μας, τρεις ανθυπολοχαγοί, Τζιβάρας, Στεφανίτσης και Παπαδόπουλος, ο διοικητής μας, Γενικός Αρχίατρος Συλλαϊδόπουλος και ο υποδιοικητής, αρχίατρος Καστανάκης, μας εφέροντο πολύ καλά. Είχαν μια μεγάλη ανοχή απέναντί μας κι έτσι μεταφερόμαστε σιγά-σιγά από την πολιτική στην στρατιωτική νοοτροπία. Μας έδωσαν πρόγραμμα. Ήταν να κοιμόμαστε στις 11 το βράδυ. Μα εμείς, ασυνήθιστοι από ομαδική ζωή, κάναμε πιο πολύ σαν παιδιά, γιατί ο άνθρωπος όταν ζει σαν σύνολον, αποκτά ψυχολογία παιδιού. Κι όταν πέφταμε για ύπνο, βρίσκαμε την ώρα να πούμε όλες τις εξυπνάδες. Κι έβγαζα το λαρύγγι μου να φωνάζω για να προκαλέσω τη σιωπή και να μπορέσουμε να κοιμηθούμε».
Τους Μακεδόνες δεν τους χωνεύαμε πολύ στην αρχή, γιατί τη μέρα που ήλθαμε, ήλθαν μερικοί απ΄αυτούς, ρώτησαν ό,τι ήθελαν από τη διοίκηση κι ύστερα φεύγανε χωρίς να μας πουν ούτε το καλώς ορίσατε, για πρώτη φορά τέλος πάντων που ερχόμασταν στην πόλη τους κι εχρειάσθηκε να τους ρωτήσουν μερικοί από τους δικούς μας για να μάθουμε πως είναι συνάδελφοί μας. Από την ημέρα εκείνη, δημιουργήθηκε μια προκατάληψη εναντίον τους και δεν θέλαμε να τους βλέπουμε. Ήταν κι ο αρχηγός απ΄αυτούς κι από την πρώτη ημέρα τον χαρακτηρίσαμε σαν κέρατο. Στο δικό μας θάλαμο ήθελαν να έρθουν δύο, που δεν χωρούσαν αλλού, και κάναμε πόλεμο για να μην τους αφήσουμε. Κι όμως, όπως απέδειξε ο καιρός, κανείς από αυτούς που βρήκαμε εδώ δεν ήταν κακός κι ασυνείδητος, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο και με όλους εμάς που ήλθαμε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Μας φτιάξανε ρούχα – ήμουν ο πρώτος που τα δοκίμασε – και στις 15 Αυγούστου είχαμε την πρώτη έξοδό μας με στολή. Όλοι μας κοίταζαν περίεργα. Μα το πιο περίεργο και φυσικό ωστόσο ήταν η στάσις η δική μας. Λες κι είχαμε γίνει στρατηγοί κι ήταν όλος ο κόσμος δικός μας, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Όλο φουσκωμένα μυαλά, όλο εμφάνιση και ιδέα.
Ξαναείχαμε έξοδο στις 31 Αυγούστου. Τις Κυριακές μας πήγαιναν εκδρομή στη θάλασσα. Η ζωή μας άρχισε να γίνεται πειθαρχικότερη και οι ασκήσεις προχωρούσαν. Εκτός του ημερησίου, έγινε και εβδομαδιαίο πρόγραμμα και κάθε 10 ημέρες είχαμε πορεία» κατά σειρά 10, 15 και η τελευταία 20 χιλιομέτρων.
Σιγά σιγά εσυμμορφωνόμαστε στο στρατιωτικό περιβάλλον, εσυνηθίσαμε την ομαδική ζωή κι αρχίσαμε να περιορίζουμε τις αταξίες και τις απειθαρχίες μας. «Ακόμη όμως δεν εμοιάζαμε με στρατιωτική σχολή», όπως έγραφα τότε στο ημερολόγιό μου. Κι ακόμη έγραψα «Το κωμικότερο φαινόμενο του πρώτου 15νθημέρου ήταν οι καραβάνες. Οι σκουριασμένες καραβάνες που μετά το φαγητό μαζευόμαστε όλοι στη βρύση και ιδροκοπούσαμε να τις τρίβουμε με χώματα και με σαπούνι για να τις καθαρίζουμε. Και με μεγάλη ανακούφιση εμάθαμε πως θα μας έφερναν γυναίκες για να τις πλύνουν, όπως κι έγινε. Ξεφορτωθήκαμε από έναν εφιάλτη. Εξέχασα και τα εμβόλια. Επτά φορές εμβολιασθήκαμε. Ελέγαμε πως μας έκαναν πειραματόζωα.
Τον Σεπτέμβριο εθεσπίστηκε κάθε Κυριακή έξοδος. Μα εγώ ήμουν από κείνους που δεν ήξεραν τι να την κάνουν. Και το΄ριχνα στην ονειροπόληση.
Αυτό το μήνα έδιναν εξετάσεις οι νέοι απόφοιτοι γυμνασίου για την πρώτη τάξη της Σχολής, μιά και εμείς είχαμε γίνει πια η δευτέρα τάξις, με το Νο2 στην επωμίδα, οι 5 που είχαμε τελειώσει όλα τα μαθήματα. Οι υπόλοιποι συμμαθητές μας ετοιμάζονταν για τη δεύτερη εξεταστική περίοδο. Ήμουν ένας από τους τέσσερις μαθητές επιτηρητές των εξετάσεων.
Την Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου είχαμε έκπληξη. Στο δείπνο βρήκαμε στρωμένη καινούργια τραπεζαρία. Κι όπως έγραψα μετά «…εκεί που άλλοτε κτυπιόταν οι σκουριασμένες καραβάνες», σήμερα είχαν θρονιαστεί επιβλητικά διπλά πορσελάνινα πιάτα. Εκεί που το μαχαίρι μου έκανε τον κύκλο του τραπεζιού για να ξανάρθει στη θέση του, απόψε βρισκόταν μαχαίρι σε κάθε θέση. Τα πηρούνια που άλλα είχαν τέσσερα κι άλλα τρία, λόγω απωλείας του τετάρτου καρφιά (ή δόντια) κι ήταν κι ένα μικρό και μία τρίαινα, σήμερα είχαν αντικατασταθεί με διπλά ωραία κι ομοιόμορφα πιρούνια. Άλλοτε μερικά παγούρια – τα περισσότερα ξεχνούσαν να τα φέρουν -–κυλιόντουσαν αναιδώς πάνω ή κάτω από τα τραπέζια. Σήμερα στη θέση τους περίμεναν πορσελάνινες κανάτες και κρυστάλλινα ποτήρια. Άνθη εστόλιζαν τα τραπέζια. Και τραπεζοκόμοι εφρόντιζαν για την ανανέωση του νερού και των πιάτων.
Ο αγώνας για την εξοικονόμηση ασκούριαστης καραβάνας, η μάχη για την εξασφάλιση πιρουνιού και κουταλιού εξέλιπαν. Το ίδιο και η αναζήτηση μαχαιριών και η μουρμούρα για μια γουλιά νερό. Όλα μας φαίνονταν ψεύτικα. Σαν να βρισκόμαστε προσκεκλημένοι κάπου αλλού. Σαν να μην είχαμε ξαναφάει σε πιάτα. Τα βλέπαμε και δεν πιστεύαμε ότι είχαν πραγματοποιηθεί οι αιτήσεις μας. Πότε-πότε μ΄έπιαναν τα γέλια όσο τα έβλεπα όλα αυτά. «Σαν να λέμε το φαγητό έγινε άνετο τώρα», έγραψα μετά στο ημερολόγιό μου. Κι όμως δεν μου πήγαινε και τόσο ωραία να μην κοπιάζω για τίποτα. Και με στενοχωρούσε να βλέπω έναν στρατιώτη να φέρνει σ΄εμάς νερό και πιάτα. Βέβαια, στα ξενοδοχεία και παντού υπάρχουν άνδρες σερβιτόροι. Μα είναι άλλο εκεί που πληρώνεις και στο κάτω κάτω έχεις το δικαίωμα να μην τους χωνεύεις κι άλλο ένας που επιστρατεύθηκε να υπηρετεί εμάς. Ο ένας στρατιώτης τον άλλο. Λες και δεν είμαστε εμείς που πηγαίναμε μέχρι και σήμερα με τη γραμμή και με τις καραβάνες να πάρουμε φαί από το καζάνι στο μαγειρείο. Αν τα βρίσκαμε από την αρχή έτοιμα, δεν θα μας προξενούσε τόσην εντύπωση. Και σκέπτομαι πως έτσι θα τα βρουν οι φίλοι που θα μπουν τώρα. Όλα έτοιμα, όχι σαν εμάς που ήρθαμε κι εκόντεψε να κοιμηθούμε και στα χώματα. Έτσι είναι. Όλα τα πρώτα δύσκολα.
Το ίδιο απόγευμα, 26 Σεπτεμβρίου, πήγαμε για σκοποβολή πρώτη φορά. Επέτυχα 2 βολές στο κέντρο του στόχου και 3 στον πρώτο κύκλο. Οι άλλοι 2 Κρητικοί τιμήσανε καλύτερα τη λεβεντογέννα, ρίχνοντας και τις 5 βολές στο κέντρο. Αλλά ένας από την υπόλοιπη ομάδα κατάφερε να μην πετύχει ούτε μία βολή.
Την πρώτη Οκτωβρίου επισκεφθήκαμε ομαδικώς όλη η σχολή τη Μονή Βλατάδων. Αξιόλογο μνημείο, ώστε να του αφιερώσω εκτενή περιγραφή στο ημερολόγιό μου.
Την 2α Οκτωβρίου μας αποχαιρέτησε ο πρώτος διοικητής μας, Γενικός Αρχίατρος Συλλαϊδόπουλος, που αποστρατευόταν αναλαμβάνοντας καθηγητική έδρα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ο διοικητής, που, όπως έγραψα τότε στο ημερολόγιό μου, «είχεν επαφή μαζί μας. Μας ερωτούσε τί θέλαμε και εκανόνιζε πώς να μας ικανοποιήσει. Ήθελε να μας βγάλει από τη Σχολή επιστήμονες κι ανθρώπους μορφωμένους προς κάθε κατεύθυνση. Ήθελε να τα ξέρουμε όλα, σπορ, συμπεριφορά, επιστήμη…Μας ήθελε προσωπικότητες και μάλιστα τις πιο εξέχουσες της πόλης. Εφρόντιζε για την ψυχαγωγία μας, να μας βγάλει όταν δεν είχαμε έξοδο κάπου εκδρομή. Μας αγαπούσε κι ήταν προσηνής σε όλους. Όταν γύρισε προ ημερών από μηνιαίο ταξίδι στην Αθήνα, χαιρέτισε δια χειραψίας όσα παιδιά συνάντησε, ρωτώντας τα πώς πέρασαν και κουβεντιάζοντας αμέριμνα μαζί τους, σαν να μην επρόκειτο περί διοικητού ενώπιον μαθητών. Περιμέναμε απ΄αυτόν να μας οδηγήσει σε όλα, αφού και με του κόσμο θα μας γνώριζε για να μας δημιουργήσει περιβάλλον και να μην νιώθουμε τη μοναξιά μας και να μην ξεπέφτουμε σε οποιαδήποτε συντροφιά. Αυτός ήταν σε γενικές γραμμές ο κ.Συλλαϊδόπουλος και γι΄αυτό τον αγαπούσαμε. Όλα τα παιδιά άκουσαν με λύπη το άγγελμα του χωρισμού του και λυπούνταν πιο πολύ γιατί δεν προβλεπόταν ότι η προσωπικότης του μπορούσε να αντικατασταθεί από τον συνδυασμό των καινούργιων διοικητού και υποδιοικητού μας». Αυτά έγραψα στις 2 Οκτωβρίου 1947.
Σιγά-σιγά, τα πράγματα αυστηροποιούνταν, εξελισσόμενα βέβαια προς το φυσιολογικότερο για στρατιωτική σχολή, αλλά που ξινοφαινόταν σ΄εμάς που είχαμε συνηθίσει σε, ας το πω, αρκετά ρέμπελη ζωή. Έτσι, από τις 7 Οκτωβρίου καθορίστηκε η διάρκεια των γευμάτων σε ένα τέταρτο από απεριόριστη ως τότε. Την Κυριακή, για να χρησιμοποιήσουμε την έξοδο, έπρεπε πρώτα να μας επιθεωρήσει αξιωματικός. Μία-μία επερικόπτονταν οι ελευθερίες μας. Δεν επιτρεπόταν να βρισκόμαστε σε ώρα μελέτης στους διαδρόμους, ούτε για να πιούμε νερό, ούτε στους θαλάμους ή όπου αλλού μας καθίσει για να διαβάσουμε, ούτε σε άλλο όροφο από του Αναγνωστηρίου ούτε στην αυλή. Έγραφα τότε στο ημερολόγιό μου: «Παντού πλανάται το φάσμα του Στατήρη (υποδιοικητικού). Παντού ενεδρεύει η τιμωρία. Από στοργή άλλο τίποτα. Βέβαια θα το πληρώσουμε βαριά ηθικά το ότι θα μας σπουδάσουν δωρεάν. Χάσαμε τις ελευθερίες μας, την πρωτοβουλία και ανεξαρτησία μας, την ευτυχισμένη ζωή του πολίτη. Και γίναμεν εκτελεστικά όργανα διαταγών και εντολών. Είναι βαρύς ο φόρος που πληρώνουμε για να απαιτήσουμε τις γνώσεις που θα μας επιτρέψουν να καταλάβουμε μία θέση ζηλευτή στην κοινωνία και να εργασθούμε για το καλό της, και αναμφισβήτητα θα γίνει με τον καιρό ακόμη βαρύτερος».
Έτσι, συμπληρώνονταν ουσιαστικά 2 ολόκληροι μήνες από την ημέρα της παρουσιάσεώς μας στη Σχολή, ωσότου να μεταμορφωθούμε σε κανονικούς ευέλπιδες ή, αν προτιμάτε, κανονικούς μαθητές παραγωγικής στρατιωτικής σχολής, αυριανούς αξιωματικούς, ικανούς να διοικούν.
Το πρώτο 15νθήμερο του Οκτωβρίου ήλθε επιτέλους από το ΓΕΣ η ονομασία των 9 συμμαθητών που είχαμε περάσει όλα τα μαθήματα του πρώτου έτους (πριν να κληθούμε στη Σχολή) ως δευτεροετών. Και την 17η Οκτωβρίου 1947, ονομάσθηκα λοχίας και δευτεροετής (…και την ίδια νύχτα ήμουνα πρώτο νούμερο σκοπιά. Βέβαια αυτή επρόκειτο να είναι και η τελευταία φορά, αφού έκτοτε έμεινα αδιακόπτως βαθμοφόρος).
Εκείνη την εποχή εκυκλοφορούσαμε και σατυρικό φύλλο, την «Ενδοθαλάμιο Ηχώ». Αλλά με τον ερχομό του αρχιάτρου Στατήρη, ως υποδιοικητής της Σχολής, που αποδείχθηκε σύντομα αυστηρός αλλά δίκαιος και ενδιαφερόμενος για μας και τη Σχολή Αξ/κός, «ενέσκυψε κύμα τιμωριών» και «εμαζευτήκαμε όλοι στα καβούκια μας».
Ήλθε και η 28η Οκτωβρίου αλλά η Σχολή μας δεν ήταν ακόμη έτοιμη για παρέλαση. Έτσι περιοριστήκαμε στην παρακολούθηση της παρελάσεως των Αθηνών από το ραδιόφωνο: Εμείς δεν είχαμε ακόμη ούτε όπλα ούτε επίσημες στολές. Κι επιπλέον είμαστε και στο μέσον εξεταστικής περιόδου.
Το Σάββατο 1 Νοεμβρίου αρχίσαμε μαθήματα, ξεκινώντας από τη Φυσιολογία. Και σημειώνω με έκπληξη στο ημερολόγιό μου: «εδώ υπάρχει διαφορετικό φοιτητικό πνεύμα από των Αθηνών». Οι φοιτητές σέβονται τον καθηγητή τους και σιωπούν, ακούγοντας με ησυχία το μάθημα. Σηκώνονται όταν μπει ο καθηγητής, αντί να ξεσπούν στη θύελλα των χειροκροτημάτων και πολύ λίγο ήσαν επευφημητικοί. Χαιρετούν πολύ λιγότερο από την Αθήνα. Αλλά και ο καθηγητής ενδιαφέρεται για τους φοιτητές του και φροντίζει το μάθημα να γίνεται σε τόπο και ώρες που να μην τους κουράζει, όπως μας ξεποδάριαζαν στην Αθήνα για μισή ώρα να τραβάμε από το Γουδί στο Κεντρικό. Γενικά πνέει ένας άνεμος ηρεμίας, ένας βορεινός άνεμος θα΄λεγα». Σήμερα, 1η Νοεμβρίου, τιμωρήθηκα για πρώτη φορά με διήμερο περιορισμό γιατί η χλαίνη μου δεν ήταν ομορφοδιπλωμένη στην απογευματινή επιθεώρηση, το ίδιο δέ συνέβη με άλλους 8. Έτσι έμεναν πια μόνο τρεις ατιμώρητοι, ο ένας απ΄αυτούς πιθανόν «επειδή ως τώρα έχει κάνει περισσότερο καιρό στο νοσοκομείο παρά στη Σχολή».
Έως τώρα η Σχολή δέχεται επισκέψεις μαθητών μόνο κάθε Τετάρτη και ώρα 5-6μμ. Μα κι αυτές είναι για λίγους μόνο, μια και οι περισσότεροι είμαστε από μακρινά μέρη. Και αισθανόμαστε «σαν να μην είμαστε άνθρωποι» ή «σαν να είμαστε ορφανοί», «είμαστε τα φτωχά παιδιά που πιάσανε τον κόσμο για να βρουν την τύχη τους», έγραφα τότε και «περιμέναμε πότε να΄ρθει ένα γράμμα να μας βάλει για λίγο την αυταπάτη ότι ζούμε κοντά στους δικούς μας».
Την 10η Νοεμβρίου, ημέρα Δευτέρα, αρχίσαμε εργαστήριο ανατομικής. «Πολλοί είχαν έκδηλη ταραχή στα πρόσωπά τους…με ζωηρό κοκκίνισμα. Άλλοι σιχαίνοντο να αγγίξουν το πτώμα, να το μετακινήσουν. Ευτυχώς δεν είχαμε καμία λιποθυμία. Και σημειώνω στο ημερολόγιό μου. «Έτσι ήμουνα ως τώρα λοχίας, θαλαμάρχης και τραπεζάρχης. Τώρα έγινα και «πτωματάρχης», γιατί είμαι ο αρχαιότερος από 8 στο πτώμα».
Την 16η Νοεμβρίου, εν αναμονή της αφίξεως των νέων πρωτοετών, έγιναν αναδιατάξεις θαλάμων. Σαν τρίτος λοχίας που ήμουν, ήμουν βοηθός διμοιρίτου και ελλείψει αξιωματικών, διμοιρίτης της 3ης διμοιρίας και επόπτης τριών θαλάμων που κατελάμβανε η διμοιρία μου. Το ίδιο βράδυ δοκίμασα και το πειθαρχείο, γιατί άργησα στο δείπνο (ήταν βράδυ Κυριακής και επερίσσευε φαγητό λόγω εξόδου κι έφαγα λίγο παραπάνω» (μεταξύ μας, συνολικά 3 μερίδες ο αθεόφοβος) κι ωσότου τελειώσω, είχε ανέβει ο αξιωματικός υπηρεσίας για έφοδο, δεν βρήκε κανέναν και με αντάμωσε στο γυρισμό του. Μια και δεν βρήκε κανέναν, διέταξε να πάει στο πειθαρχείο ο αρχαιότερος της επιφυλακής. Κι ήμουν εγώ. Και «εκοιμήθηκα μέχρι τις 6 το πρωί που με ξύπνησε ο πρωινός σκοπός με την ψυχή μου» κατά το ημερολόγιό μου. Την 17η Νοεμβρίου, ήλθαν οι νέοι πρωτοετείς. Μαζί με αυτούς και 8 που ήσαν ήδη φοιτητές της δικής μας σειράς και που συμπλήρωσαν τη δική μας τάξη. Διεκόπη ο μεσημβρινός ύπνος.
Την 17η και 18η Νοεμβρίου έλαβε χώραν ένα όργιο νίλας, τέτοιο που ορισμένοι από μας στραφήκαμε εναντίον συμμαθητών μας που πρωτοστατούσαν, ο δε λοχαγός που την είχε ενθαρρύνει την απαγόρευσε, επειδή «δεν ξέρουμε να κάνουμε νίλα», όπως είπε.
Από την 1η Δεκεμβρίου φέρανε κάρβουνα στη Σχολή και αποκτήσαμε ζεστό λουτρό.
Την 10η Δεκεμβρίου πήραμε όπλα. Νέα φροντίδα τώρα και μ΄αυτά.
Την 22η Δεκεμβρίου ανεχώρησα με άδεια για τις γιορτές. Στις 24 αποβιβάστηκα στη Σούδα και πήγα για 2 ημέρες στα Χανιά να δω την αδελφή μου. Μου έκανε θλιβερή εντύπωση η πόλις με τα ίδια χαλάσματα του πολέμου, όπως την άφησα φεύγοντας. Και μετά οδικώς με αυτοκίνητο για το χωριό μου, 55 χιλιόμετρα ανατολικά, κοντά στο Ρέθυμνο. Όλοι οι επαρχιακοί δρόμοι χαλασμένοι, όπως τους άφησε ο πόλεμος. Καμία από τις χαλασμένες γέφυρες, κι όλες σχεδόν είχαν καταστραφεί στις επιχειρήσεις, δεν είχε αποκατασταθεί. Οπλοφόροι αντάρτες και ΜΑΥ (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου) κυκλοφορούσαν και “κυριαρχούσαν” στους δρόμους. Η Κρήτη πρακτικώς δεν είχε πληγεί -ελάχιστα μόνον- από τον εμφύλιο πόλεμο.
Στο σπίτι μου δεν με περίμεναν, σάμπως ήξερα και ο ίδιος ότι θα πήγαινα για να το γράψω εγκαίρως; Αιφνιδιάστηκαν, έβαλαν τα κλάματα μάνα και αδελφή.
Την επομένη αφιέρωσα στους επιζώντες 2 καπετάνιους της τελευταίας Κρητικής Επαναστάσεως και του Μακεδονικού Αγώνα και των απελευθερωτικών αγώνων Μακεδονίας-Ηπείρου-Κρήτης, Μάρκο και Κανάκη Δεληγιαννάκηδες, που μ΄εθήλασαν στα εφηβικά μου χρόνια την χωρίς όρια αγάπη για την πατρίδα και που καμάρωναν να βλέπουν τον πρώτο «φυσιολογικό» (από φυσιολογική εκπαιδευτική εξέλιξη) στρατιωτικό της οικογένειας. Μιας οικογένειας που από την επανάσταση του Δασκαλογιάννη –το 1770- έδινε αρχηγούς καπετάνιους και μαχητές για την απελευθέρωση της λατρεμένης πατρίδας, Κρήτης-Ελλάδας (Μακεδονίας, Ηπείρου).
Ακολούθησαν οι γιορτές στη Νεάπολη Λασιθίου με τον πατέρα και στις 6 Ιανουαρίου επέστρεφα από το Ηράκλειο στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη.
Από τις 8 Ιανουαρίου 1948 παρουσιάσθηκαν στη Σχολή οι επιτυχόντες στις εξετάσεις για την δευτέρα (8), τρίτη (7) και 4η τάξη της Σχολής (1) και αποτέλεσαν κατ΄αρχήν τμήμα ιδιαίτερα της δικής μου διμοιρίας, έως ότου κριθεί ότι θα είναι έτοιμοι να αναλάβουν θέσεις βάσει της νέας αρχαιότητας, που σημαίνει το δικό μας υποβιβασμό. Και αυτό συνέβη τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 1948. Τότε έληξε και η θητεία μου ως λοχία και ωνομάσθηκα δεκανέας, ο προτελευταίος στη σειρά των δεκανέων. Δεν κατέβηκα έκτοτε σε χαμηλότερες θέσεις.
Ακολούθησε μία περίοδος αναστατώσεων, λόγω της προσπάθειας του νέου αρχηγού της Σχολής, μόνου τεταρτοετούς και ως επί τούτου επιλοχίου Τσιρώνη και των νεοεισελθόντων επτά τριτοετών (και ως εκ τούτου λοχιών και δεκανέων) να επιβληθούν, με την έννοια να καθυποτάξουν την έως τώρα διοικούσα και ήδη δευτέρα τάξις της Σχολής. Που όμως, σαν διοικούσα ως τώρα, ήταν δυσυπότακτη. Έτσι, στην αναφορά του λόχου της 5ης Φεβρουαρίου, παρατάχθηκαν 28 αναφερόμενοι – μόλις που τους χώρεσε το πλάτος της αυλής – και απ΄αυτούς οι 14 ήσαν από την τάξη μου κι ετιμωρήθηκαν σχεδόν όλοι και σχεδόν όλοι είχαν αναφερθεί από τον επιλοχία Τσιρώνη [σημειωτέον ότι είχε αδελφό πρωτοετή από τους πλέον δυσπροσάρμοστους και, ως εκ τούτου, και ταλαιπωρημένους από την έως τώρα διοικούσα τάξη μου (προσωπικώς είχα καλές σχέσεις μαζί του) πρωτοετείς].
Τη νύχτα προς την 10η Φεβρουαρίου 1948, πραγματοποιήθηκε επίθεσις όλμων μεταξύ 2-4 πρωινής εναντίον της πόλεως Θεσσαλονίκης. Σε 2 ημέρες, οι επιτιθέντες παρήλαυναν διαμέσου της πόλεως ως αιχμάλωτοι του στρατού μας προπορευομένων γυναικών ανταρτισσών και λαφύρων, μεταξύ των οποίων και υπολείμματα του πυροβόλου που εβομβάρδισε την πόλη.
Η Σχολή διέθετε και ποδοσφαιρική ομάδα εκ Μαθητών. Στην πρώτη της αναμέτρηση με την ομάδα των πρωτοετών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης την κέρδισε και μας γέμισε υπερηφάνεια.
Την 5η Μαρτίου, η Σχολή παρήλαυνε για πρώτη φορά ως στρατιωτικό τμήμα σε 2 διμοιρίες, προς τιμήν του Αμερικανικού Στρατηγού Βαν Φλητ.
Την Κυριακή 7 Μαρτίου 1948 αντιπροσωπεία της Σχολής έλαβε μέρος στις τελετές για την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στη μάνα Ελλάδα.
Τη νύχτα 11 προς 12 Μαρτίου την περάσαμε σε επιφυλακή γιατί εκτυπήθηκε από κομμουνιστές αστυνομικό τμήμα στη συνοικία Χαριλάου και ο ασύρματος.
Την Κυριακή 14 Μαρτίου 1948 έγινε η ορκωμοσία μας, ύστερα από επτάμισι μήνες στρατιωτικής ζωής. Δώσαμε τον όρκο των Ελλήνων στρατιωτών, παρουσία του αρχηγού της Εθνοφρουράς υποστρατήγου Γ.Παπαγεωργίου, του διοικητού του Γ΄ Σώματος Στρατού υποστρατήγου Γρηγορόπουλου, ανωτάτων και ανωτέρων Ελλήνων και Ξένων – Άγγλων και Αμερικανών αξιωματικών και συγγενών των ντόπιων συμμαθητών. Ακολούθησε παρέλασις μπροστά στους επισήμους και δεξίωσις σ΄όσους ετίμησαν την τελετή. Διενεμήθη κατ΄αυτήν και η εκδοθείσα πρώτη φορά την ημέρα εκείνη εφημερίδα μας με τίτλο «Ασκληπιάδης». Ο τίτλος πιστώνεται περισσότερο στο συμμαθητή μου Νίκο Σχίζα, με βοήθεια κι από μένα.
Την 29/2/48 και την 16/3 η ποδοσφαιρική ομάδα της Σχολής ενίκησε την αντίστοιχη της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πρώτου έτους, με σκορ 2-1. Την 22α Μαρτίου, όγδοο μήνα ήδη στη Σχολή, τιμωρήθηκε για πρώτη φορά μαθητής από δική μου αναφορά και την επομένη, 23 Μαρτίου, τιμωρήθηκα εγώ με 2 ημέρες κράτηση, γιατί ως δεκανέας υπηρεσίας δεν έφερα ντοκ και παλάσκες στην πρωινή αναφορά, αφού α φεύγαμε αμέσως μετά την αναφορά για μάθημα στο Πανεπιστήμιο και δεν θα πρόφταινα να τα βγάλω. Την χαρακτήρισα τότε στο ημερολόγιό μου σαν «την πιο δίκαιη τιμωρία που έχω φάει».
Σε 2 ημέρες, την 25η Μαρτίου, ελάβαμε μέρος, επικεφαλής των στρατιωτικών τμημάτων, των πεζοπόρων, γιατί είχαν προηγηθεί τα μηχανοκίνητα στην παρέλαση, στη λεωφόρο Νίκης, που έσφυζε από την κοσμοπλημμύρα, με αισθητή –από τα επιφωνήματα- παρουσία οικείων των εντοπίων μαθητών. Ο κόσμος μας καταχειροκρότησε κι εμείς ενθουσιαστήκαμε, παρ΄όλη την κόπωσή μας. Κι εμείς «οι ξένοι» ζηλεύαμε τους ντόπιους που τους καμάρωσαν οι δικοί τους. Γυρίσαμε με τα πόδια, σε σχηματισμό παρελάσεως, στη Σχολή, όπου εφθάσαμε στις 3μμ, εντελώς εξαντλημένοι. Ήμασταν επτά ώρες στο πόδι, εκ των οποίων τρεις ώρες όρθιοι στην πλατεία Αριστοτέλους.
Την 5η Απριλίου 1948 έφθασαν στη Σχολή 4 από τους μαθητές της προπολεμικής Σχολής κι ένας 5ος θα ακολουθήσει συντόμως, λόγω νόσου, κάποιοι δε υπολειπόμενοι να έλθουν το καλοκαίρι. Θα τελειώσουν κοντά μας τις σπουδές που τους διέκοψε ο πόλεμος.
Ακολούθησε στις 2 Μαΐου το Πάσχα, με 53 από τους 120 μαθητές να παραμένουν στη Σχολή. Μικρή παρηγοριά ότι γιορτάζαμε στον παράδεισο του κήπου του Κυβερνείου με μουσική και 16 αρνιά να στριφογυρίζουν στις σούβλες.
Στις 11 Μαΐου, ο πρωθυπουργός Σοφούλης επισκέφθηκε το 3ο Σώμα Στρατού κι επήγαμε κι εμείς, η Σχολή, να τον υποδεχθούμε και να τον ακούσουμε. Σημειώνω ότι «είναι πολύ γέρος. Μόλις τον κρατούν τα πόδια του». Από σήμερα διακόπτονται όλα τα μη πανεπιστημιακά μαθήματα και ασκήσεις, λόγω ενάρξεως των πανεπιστημιακών εξετάσεων.
Στις 2 Ιουλίου τελείωσα τις τμηματικές εξετάσεις του δεύτερου έτους. Σ΄αυτές έφερα το πρώτο 10 στην Οργανική Χημεία, που δεν το είχε ως τότε πάρει άλλος φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Όπως θα μάθαινα συν τω χρόνω, είχα πρωτεύσει στις εξετάσεις από την τάξη μου τόσο στα πανεπιστημιακά όσο και στα στρατιωτικά μαθήματα. Επομένως, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα ήμουν ο επόμενος αρχηγός της τάξεώς μου για τη χρονιά 1948-1949. Έφυγα για θερινή άδεια με το 3 στην επωμίδα μου. Αργότερα θα προστεθεί και το αστέρι του αρχηγού τάξεως (το οποίον και θα ξεχάσει…να ξαναβγεί από κει). Στην άδεια αυτή, γράφει το ημερολόγιό μου, ότι διαβάζω 6-8 ώρες ημερησίως για την επόμενη 3η τάξη εννοείται.
Την 13η Σεπτεμβρίου ορίζομαι με ημερησία διαταγή αρχηγός της 3ης τάξεως, όπως θα ονομαζόταν τώρα πια η τάξις μου. Βέβαια κανείς δεν μπορούσε να υποψιασθεί τότε πως θα παρέμενα ισοβίως στην ίδια θέση. Με την ίδια ημερησία διαταγή οριζόταν ο Κευγάς εκ της 2ας τάξεως εις την 3η, εκ της 3ης εις την 4η και εκ της 4ης εις την πέμπτην και ονομαζόταν επιλοχίας αρχηγός σχολής.
Την Παρασκευή 1 Οκτωβρίου υποδεχθήκαμε την καινούργια τάξη, την τάξη που ξεκινούσε πια φυσιολογικά σαν πρώτη τάξις της Σχολής, κατευθείαν από το Γυμνάσιο. Όσοι είχαμε τελειώσει τις εξετάσεις της χρονιάς, ασχοληθήκαμε εξ ολοκλήρου με την εκπαίδευση των νέων έως τις 20 Οκτωβρίου που αρχίσαμε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο.
Την 26η Οκτωβρίου, εορτή του Αγίου Δημητρίου και επέτειο απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, παρελάσαμε ενώπιον του βασιλέως, που με τη βασίλισσα και την ακολουθία τους είχαν έλθει με τρία αντιτορπιλικά.
Αυτή την εποχή μία ομάδα από μας που διέθετε χρόνον, παρακολουθήσαμε για ένα 10ήμερο πολεμικά τραύματα στο 403 Γ.Σ.Ν.
Την Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου έγινε η ορκωμοσία των πρωτοετών σε στενό κύκλο.
Το Σάββατο 25 Δεκεμβρίου, τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες, σήμανε συναγερμός. Η πόλις εβάλετο από πυροβόλα, ενώ όλμος εβομβάρδισε το αεροδρόμιο του Σέδες. Η Σχολή τέθηκε σε επιφυλακή που διήρκησε δύο ημέρες.
Και ήλθε το επόμενο Σάββατο η πρώτη μου πρωτοχρονιά –του 1949- στη Σχολή. Κι ήταν «η πρώτη μεγάλη γιορτή που δεν ήμουν υπηρεσία».
Την 14η Μαρτίου 1949 μας αποχαιρέτησε και ο δεύτερος διοικητής μου, ο αγαπητός σ΄όλους γενικός αρχίατρος Καστανάκης, παραδίδοντας στο νέο μας Διοικητή αρχίατρο Ματσούκα.
Την 17η Μαρτίου 1949 ήλθε στη Θεσσαλονίκη και επιθεώρησε τη φρουρά ο αρχιστράτηγος, Στρατηγός Παπάγος και κάποιοι παρελάσαμε μπροστά του και σημειώνω: «Είναι σχεδόν γέρος πια ο «στρατηγός της νίκης». Αδύνατος, χλωμός, άνθρωπος-σύμβολο στην πραγματικότητα».
Την Κυριακή 3 Απριλίου 1949, κάναμε για πρώτη φορά ασκήσεις μάχης-χωρίς όμως πυρά- σε υψώματα που είχε ορισθεί να λάβει θέσιν ο λόχος της Σχολής σε περίπτωση προσβολής της Θεσσαλονίκης. Ήταν η δεύτερη γραμμή αντιστάσεως.
Την επομένη Κυριακή 10 Απριλίου 1949, αποχαιρέτησα προσωπικά το Λοχαγό Κατσαβό που μετατίθετο. Έναν από τους πραγματικούς οργανωτές της ΣΙΣ, μαζί με τον προ 25 μόλις ημερών αποχωρήσαντα γενικό αρχίατρο, Καστανάκη. Σ΄ένα μήνα μας άφηναν δύο από τους κύριους οργανωτές της ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. Με κολάκευε η πραγματική εκτίμηση και των δύο στο πρόσωπό μου. Και οι δύο μ΄έκαναν να πιστεύω πως την άξιζα.
Το ημερολόγιό μου τελειώνει εδώ, στο Πάσχα 24 Απριλίου 1949. Η φοίτησίς μου στη ΣΙΣ Θεσσαλονίκης συνεχίσθηκε έως ότου πήρα το δίπλωμά μου, τελειώνοντας εξετάσεις της πρώτης περιόδου το 1952. Έως τότε παρέμεινα αρχηγός τάξεως και Σχολής το τελευταίο έτος και απεφοίτησα ως αρχηγός. Απεστρατεύθην το θέρος 1980 από τη θέση μου ως Υποστρατήγου Διευθυντού Υγειονομικού ΓΕΣ.
Σαν επίλογο θα σημειώσω τα παρακάτω που μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου και που αποτελούν περιληπτικές αναμνήσεις έως την αποφοίτησή μου από το Πανεπιστήμιο και τη ΣΙΣ.
Η ζωή στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή είχε γίνει πλέον φυσιολογική. Κάθε καινούργιο χρόνο κατετάσσετο, κατόπιν εξετάσεων, νέα τάξις και οι προηγούμενες ανέβαιναν ένα εξελικτικό σκαλοπάτι, «σέρνοντας» σαν ουρά τους όσους τελείωναν τις εξετάσεις τους μετά την πρώτη περίοδο του Ιουνίου. Όσοι αποφοιτούσαν από την «Στρατιωτική Ιατρική Σχολή» μετατίθεντο στην Αθήνα για να κάνουν πρακτική εξάσκηση στη Σχολή Εφαρμογής Υγειονομικού [Σ.Ε.Υ], που είχε ορισθεί σε ενδιάμεσο χρόνο και συνίστατο σε άσκηση προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος σε βασικές χειρουργικές, παθολογικές και εργαστηριακές ειδικότητες. Στόχος ήτο η απόκτησις βασικής εμπειρίας που θα καθιστούσε τον κάθε γιατρό ικανό να προσανατολισθεί διαγνωστικά και να παρέξει την πρώτη περίθαλψη σε κάθε ασθενή, επιλέγοντας ταυτόχρονα ποιος μπορούσε να παραμείνει στο αναρρωτήριο της μονάδος και ποιός έπρεπε να »ύχει νοσηλείας, διακομιζόμενος σε νοσοκομείο. Ακολουθούσε η μετάθεσις σε μονάδες κι αργότερα, κατόπιν εξετάσεων, η εξειδίκευσις.
Σε όλη την περίοδο την οποία περιέγραψα και πολλά χρόνια μετά, η ΣΙΣ παρέμεινε στους ίδιους χώρους, στο δίδυμο Γερμανική Σχολή και Κυβερνείο. Για την περίοδο αυτή και τη μετεξέλιξή της σε Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων και τη μετακίνησή της σε νέα κτίρια, θα μιλήσουν νεότεροι που τα εβίωσαν.
Εγώ μπορώ, τελειώνοντας, να αποφανθώ ότι θεωρώ ως εξαιρετικά επιτυχημένη την όλη πορεία της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής Θεσσαλονίκης και σεμνύνομαι για το θετικό ρόλο που έπαιξε η τάξις μου –του 1947- πρώτη τάξις που ξεκίνησε τη Σχολή, στην ανάπτυξη της επιτυχημένης αυτής πορείας.
- ΗΛΙΑΣ ΣΤ.ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
- ΑΜ. ΕΠ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ
- ΝΕΥΡΟΛΟΓΟΣ – ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ