ΧΩΡΙΣ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΟ
- 2012
- Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Χωρίς αλεξίπτωτο Μυθιστόρημα
ΑΘΗΝΑ 2012
ΣΙΣ
Είχε κλείσει τα δεκαοχτώ. Η περασμένη ζωή γκρίζα. Δεν ήθελε να την αναπολεί. Αυτό που θυμόταν ήταν οι εξετάσεις για να μπει στο Γυμνάσιο. Πρωί-πρωί ανέβηκε με τη μάνα του στην καρότσα του παμπάλαιου φορτηγού. Όταν τέλειωσαν οι λακκούβες ξεπεζέψανε στο κέντρο της κωμόπολης. Μόλις τον φώναξαν, σφούγγισε τη μύξα του στο μανίκι και με κόκκινα αυτιά βρέθηκε σαν το ποντίκι στη φάκα. Ήθελε να το σκάσει. Να τρέξει. Τοίχοι παντού. Στην έδρα. Στον μαυροπίνακα. Στα πράσινα ξύλινα θρανία. Στα μάτια τους. Τρεις οι καθηγητές. Καθιστοί. Στη μέση αυτός. Όρθιος. Τα φρεσκοπλυμένα, μπαλωμένα κουρέλια που φόραγε, ίσως να πρόσβαλαν την αισθητική τους. Οι εξετάσεις προφορικές. Οι γνώσεις του, για το επίπεδο, σχεδόν άριστες. Τα κατάφερε.
Τα έξη χρόνια του Γυμνασίου πέρασαν σαν αστραπή. Συνήθως με διάβασμα, κάπου – κάπου με μπάλα, μερικές φορές με κοπάνες απ’ τα μαθήματα και κάποτε με νεανικούς προβληματισμούς. Στην έκτη τάξη αποφάσισε να μπει στο Πρακτικό. Όχι για άλλους λόγους, αλλά για να ξεφύγει απ’ τα Λατινικά. Είχε μια δυσκολία με τις ξένες γλώσσες. Τα μόνα που είχε σκαμπάσει ήταν το Regina rosas amat και το Karthago deledum est. Επίσης κι’ εκείνο το agricola, που νόμιζε πως ταίριαζε στην περίπτωσή του, ηχητικά και εμφανισιακά. Στην Εβδόμη Πρακτικού το σύστημα άλλαξε και μετονομάστηκε σε Πέμπτη Πρακτικού. Αυτή ήταν η σημαντικότερη καινοτομία που πρόσφερε το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η μετονομασία. Για τα δίδακτρα και την «δωρεάν παιδεία» ούτε λόγος. Φοιτητές και μαθητές διεκδικούσανε το δικαίωμα στους δρόμους.
Είχανε ξαναβγεί σαν μαθητές στους δρόμους. Θα ήταν στην Τρίτη του Γυμνασίου. Τότε με την Κύπρο. Ο Μακάριος, ένας ιερωμένος προεστός της Μεγαλονήσου, είχε μαζέψει υπογραφές και αξίωνε αυτοδιάθεση. Ίσως και την Ένωση με την Ελλάδα. Η αλαζονεία των Άγγλων όμως, ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε για τέτοιο ζήτημα. Ακολούθησαν σφαγές στο νησί, κρεμάλες και εξορίες. Ακουγόταν και το όνομα της ΕΟΚΑ. Κάποιας αντάρτικης οργάνωσης που είχε σαν αρχηγό έναν συνεργάτη του Μακάριου. Το στρατηγό Γρίβα. Τον «Διγενή». Τα μεγαλύτερα παιδιά ξεκρέμασαν και έσπασαν όλες τις Αγγλικές επιγραφές και ταμπέλες στην κωμόπολη. Τον χάρηκε αυτόν τον νεραντζοπόλεμο. Ένιωσε περήφανος πού πέταξε ένα νεράντζι και έσπασε μια τζαμαρία βιβλιοπωλείου. Ο δυστυχής βιβλιοπώλης είχε την αναίδεια να γράφει στην τζαμαρία «Bookstore» με καλλιγραφικά γράμματα. Τελικά, παρά την τζαμαρία που έσπασε, η Κύπρος δεν έγινε Ελληνική. Φαίνεται πως οι Άγγλοι ήταν πιο μάγκες από μας.
Στα φροντιστήρια της Αθήνας ακόμα δεν είχε αποφασίσει για το μέλλον του. Ή μάλλον είχε. Κατείχε καλά τα μαθηματικά της εποχής και τη φυσικοχημεία. Τον Τόγκα, τον Μάζη, τον Περιστεράκη και τον Βάρβογλη. Ποθούσε να μπει στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων. Να ταξιδεύει στους ωκεανούς. Μόνη του παρέα ο Πολικός αστέρας. Ο «μπούσουλας». Μακριά απ’ τους ανθρώπους. Με πηλήκιο, χρυσά σιρίτια, γένια, «σκάτς» και τσιμπούκι. Τα δίδακτρα απαγορευτικά. Σε κάποια συναισθηματική έξαρση τον ζύγωσε ένας καθηγητής του φροντιστηρίου. Τον εξομολόγησε. Τον συμμερίστηκε. Του πρότεινε το Στρατό. Τη Σχολή Ευελπίδων. «Σου-Σου-Έ», την αποκαλούσε. Τζάμπα φαΐ, ύπνο και σπουδές. Εξασφάλιση. «Δεν θα γίνεις Ωνάσης βέβαια, αλλά δεν θα πεινάσεις ποτέ». Σαν εναλλακτική λύση του υπόδειξε, την ΣΙΣ. Τη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή. Στη Θεσσαλονίκη. Τον διαβεβαίωσε πως, με την επιμέλεια που είχε δείξει μέχρι τώρα, ο στόχος αυτός ήταν μέσα στις δυνατότητές του.
Μάζεψε το πνευματικό του σακούλι, έκανε τα χαρτιά και έδωσε εξετάσεις και στις δυο Σχολές. Ευτυχώς οι προύχοντες του χωριού έδωσαν καλές συστάσεις γι’ αυτόν στην Χωροφυλακή. Ότι δεν ήτανε κουμουνιστής, ούτε αυτός ούτε οι γονείς του. Ούτε είχανε συγγενείς στο βουνό. Ο πατέρας του είχε πολεμήσει στην Αλβανία σαν εύζωνας στο 340 Τάγμα Ευζώνων. Μετά στην Κατοχή, είχε συνεργαστεί με την Αντίσταση, φτιάχνοντας πλαστές Γερμανικές σφραγίδες. Έκοβε ένα στρογγυλό κομμάτι από σαμπρέλα αυτοκινήτου και με πυρωμένη βελόνα αντέγραφε ανάγλυφα τον Γερμανικό αετό και τον αγκυλωτό σταυρό. Πολλοί χρωστάνε χάρη για τα ψεύτικα χαρτιά που τους σφράγιζε η Οργάνωση και μπόρεσαν να ξεγελάσουν τους βάρβαρους κατακτητές. Αργότερα, διαβεβαίωσαν υπηρεσιακά, πως δεν έκανε παρέες με παιδιά κουμουνιστών. Τον κατέταξαν στους Εθνικόφρονες. Με τη βούλα…
Πέρασε τις εξετάσεις και στις δυο Σχολές. Στην πρώτη θυμόταν τα «τεστ» που τους μέτραγαν και τους ζύγιζαν. Οριακό ύψος ήταν το ένα εξήντα πέντε και τα κιλά πενήντα. Απ’ τους συνυποψήφιους, εντύπωση του είχε προκαλέσει ένας λεπτόσωμος Κρητικός. Τον ζύγισαν και τον πέρασαν οριακά. Πενήντα κιλά και κάτι γραμμάρια. Πολύ αργότερα όταν βρεθήκανε σαν Αξιωματικοί του εκμυστηρεύτηκε πως το πρωί που θα τους ζύγιζαν είχε φάει ένα ολόκληρο καρπούζι πέντε κιλά! Κόντεψε να σκάσει το θεριό, προκειμένου να περάσει στη Σχολή. Όταν βγήκαν τ’ αποτελέσματα το όνομά του φιγουράριζε πρώτο στις εφημερίδες. Πρώτος. Αρχηγός! Αυτός, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, μπήκε εικοστός έβδομος.
Στις εξετάσεις για την ΣΙΣ δεν χρειάστηκε να ξαναπεράσει τα «τεστ». Ίσχυαν αυτά της ΣΣΕ. Αυτά που βίωσε όμως δεν περιγράφονται. Τα λεφτά ελάχιστα έως καθόλου. Τα ξενοδοχεία πανάκριβα. Το ψωμοτύρι η μόνη δυνατότητα. Οι εξετάσεις χρονοβόρες. Δίνανε ένα μάθημα και περιμένανε τρεις-τέσσερις μέρες για τ’ αποτελέσματα. Μετά δίνανε το επόμενο μάθημα. Στο πρώτο, την έκθεση, από τους εξακόσιους περίπου υποψήφιους μείνανε εκατόν πενήντα. Μετά τη φυσικοχημεία απομείνανε πενήντα. Μπήκανε είκοσι τρεις με τους παραμεθόριους. Ήρθε όγδοος. Ακόμα θυμάται την κουβέρτα που είχε απλώσει στο σύρμα ένα πρωινό κάποια νοικοκυρά στα χαμόσπιτα, δίπλα στη Σχολή. Η απελπισία για την οικονομική του κατάσταση τον έκανε κλέφτη. Ένας νέος Γιάννης- Αγιάννης. Τα βράδια κοιμότανε μέσα σε κάτι θάμνους, στον Πανεπιστημιακό χώρο, τυλιγμένος στο προϊόν της ανομίας του. Όταν τελείωσαν οι εξετάσεις, πριν πάρει το τρένο για το νότο, πήγε νύχτα και ξανακρέμασε την κουβέρτα που είχε «δανειστεί» στο σύρμα. Έτσι εξιλεώθηκε από τις τύψεις. Ακόμα ευγνωμονεί την καλή νοικοκυρά για την «καλοσύνη» της.
Στο χωριό μάζεψε κάτι λίγα λεφτά κάνοντας τον εργάτη. Το μεροκάματο δέκα πέντε δραχμές. Στην καλύτερη περίπτωση είκοσι. Οι δικοί του το είχανε κρυφό καμάρι. Ο γιος τους, ο κανακάρης τους, Αξιωματικός! Δεν τόλμησε να τους αναφέρει για τη Θεσσαλονίκη. Έπεφτε πολύ μακριά για τα δικά τους δεδομένα. Σε κάποιες συζητήσεις του εφιστούσαν την προσοχή, σε τυχόν μεταθέσεις, να μην μπλέξει με Μακεδόνισσα. Την ίδια γνώμη είχαν και για τις προσφυγοπούλες. Ακόμα και για τις Πατρινιές. Μακριά! Οι μόνες περιοχές που θα τον άφηναν να «μπλέξει», ήταν η Αρκαδία και ίσως η Αργοναυπλία. Οι Τριπολιτσιώτισσες -και μόνο- ήταν σαν τα «κρύα νερά». Ήδη είχαν βγάλει το κορμί του στο παζάρι και συζητούσαν για μελλοντικά προξενιά.
Δεν τόλμησε ποτέ να αναφέρει ότι όταν ήταν στην Αθήνα τα είχε «μπλέξει» με μια μαθητριούλα. Είχανε ανταλλάξει πολλά φιλάκια και υποσχέσεις. Μέχρι εκεί όμως. Γνώριζε ότι είχε περάσει στην ΣΣΕ και έκανε όνειρα. Πότε θα έχει το πρώτο επισκεπτήριο για να έλθει να τον δει. Μάθανε ότι αυτό θα γινόταν μετά από σαράντα ημέρες εκπαίδευσης. Στην Ορκωμοσία. Τη μέρα της κατάταξης πήγανε μαζί μέχρι την πύλη της ΣΣΕ. Στο Πεδίο του Άρεως. Δώσανε το τελευταίο φιλί και πέρασε την πύλη δείχνοντας την ταυτότητα του υποψηφίου. Μαζί του και οι άλλοι επιτυχόντες. Έδωσε τα συγχαρητήρια στον λεπτόσωμο αρχηγό. Ούτε που ήξερε το όνομά του. Μετά από λίγη ώρα προφασίστηκε πως κάτι ξέχασε στο σπίτι και πέρασε στην έξοδο. Η κατάταξη θα ολοκληρωνόταν μέχρι τη δύση του ήλιου. Η κοπελιά του είχε φύγει. Πήγε στο σταθμό Λαρίσης και πήρε το τρένο για τον βορρά. Μια καούρα στο στομάχι δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Την αγάπαγε τη μικρή. Δεν έπρεπε να την ξεγελάσει έτσι. Έλπιζε όμως πως όταν μάθαινε την αλήθεια θα τον καταλάβαινε.
Στην φτωχική πύλη της ΣΙΣ του ζήτησαν ταυτότητα. Έδωσε αυτήν του υποψηφίου. Θέλανε και την άλλη, την αστυνομική. Δεν τους έκανε τη χάρη. Την είχε στην κωλότσεπη, αλλά αφού δήλωσε πως την έχει ξεχάσει στο χωριό, δεν μπορούσε να πάρει τα λόγια του πίσω. Τον απείλησαν πως θα τον διώξουν. Τρομοκρατήθηκε. Τελικά κατατάχτηκε. Ο Δεκανέας Υπηρεσίας, Μαθητής Πέμπτης, τον συνόδευσε στη «Διαχείριση». Φορτώθηκε το «ατομικό κιβώτιο» με τα νέα υπάρχοντά του και ένα όπλο «Μι- Ένα» με την ξιφολόγχη του. Τα κουβάλησε μέχρι το θάλαμο. Απόθεσε το όπλο στον οπλοβαστό, το «γυλιό» πάνω στο «γείσωμα» και το «ατομικό κιβώτιο» δίπλα στο κρεβάτι. Ο θάλαμος τεράστιος. Είκοσι διπλά σιδερένια κρεβάτια. Υπέθεσε ότι θα κοιμόταν με την συντροφιά τριάντα εννιά αγνώστων. Το καρτελάκι στο κρεβάτι έγραφε το όνομα και τα άλλα στοιχεία του. Στο πάνω κρεβάτι θα κοιμόταν, απ’ ότι είδε, κάποιος Μαθητής Έκτης. Μετά ο Δεκανέας τον συνόδεψε στον κουρέα και στα λουτρά για πλύσιμο. Είχε καυτό νερό και μεγάλες πράσινες πλάκες σαπούνι. Έβγαλε τα πολιτικά και φόρεσε την τεράστια «σκελέα», τη στολή «ερέας», τις μπότες με τα πέταλα, το δίκοχο με την κορόνα και τους βυσσινί «άσους» στις επωμίδες. Μια κλεφτή ματιά απ’ το παράθυρο τον προσγείωσε. Είδε ένα Μαθητή, με στολή «μερσεριζέ», σκαρπίνια και πηλήκιο να περπατάει βιαστικός στη πλατεία της Σχολής. Γύρω του να περιφέρονται τρέχοντας, σαν σβούρες, δυο Μαθητές με «στολή ερέας», δίκοχα και «άσους» όπως κι αυτός. Η σκηνή προκαλούσε γέλιο.
Δεν είχε προλάβει καν να ντυθεί και ο Δεκανέας Υπηρεσίας κατέφθασε όλο γλύκες.
-Αγγούρι! Ακολούθα!
Μαζί του ένας Πρωτοετής. Ντυμένος σαν και κι αυτόν. Τους πήρε στο κατόπι. Βγαίνοντας στην πλατεία τους ανατέθηκε η πρώτη στρατιωτική αποστολή.
-Βρωμάγγουρα! Ηλεκτρόνια!