Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
2026.05.29
Το βιβλίο, όπως αναγράφεται, είναι «Ερανισθείσα εκ των Χρονικών του Γεωργίου Φραντζή». Ο Γεώργιος Φραντζής (ή Σφραντζής) υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου, κατέχοντας το αξίωμα του Πρωτοβεστιαρίου (ανώτατος αυλικός αξιωματούχος, υπεύθυνος για το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο και την προσωπική διαχείριση). Ως στενός φίλος, έμπιστος και σύμβουλος του τελευταίου Αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, ο Φραντζής έζησε τα γεγονότα της πολιορκίας και της άλωσης από την πρώτη γραμμή, αιχμαλωτίστηκε από τους Οθωμανούς και αργότερα συνέγραψε το περίφημο «Χρονικόν» του. Η μαρτυρία του θεωρείται ανεκτίμητης αξίας για την αντικειμενικότητα και τη δραματική της πιστότητα.
Το κείμενο της παρούσας έκδοσης δεν αποτελεί αυτούσιο το πρωτότυπο βυζαντινό κείμενο, αλλά προϊόν «ερανισμού» (απάνθισης και ελεύθερης διασκευής) από τον Γ. Θεοφίλου. Κατά τον 19ο αιώνα, η ανάγκη για τη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης και την εκπαίδευση του αναγεννημένου ελληνικού κράτους οδήγησε πολλούς λογίους στη μεταγλώττιση και απλούστευση βυζαντινών κειμένων, ώστε να γίνουν κατανοητά από το ευρύ κοινό της εποχής.
Η ένδειξη «ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΠΙΔΙΩΡΘΩΜΕΝΗ» φανερώνει ότι το βιβλίο είχε ήδη γνωρίσει εμπορική επιτυχία κατά την πρώτη του κυκλοφορία, γεγονός που ώθησε τον διασκευαστή και τον εκδότη να προχωρήσουν σε μια δεύτερη, προσεγμένη και διορθωμένη έκδοση. Εκδοτική Παραγωγή: Μ. Ζ. Πρακτικίδης
Στο κάτω μέρος της σελίδας σημειώνεται: «Επιμελεία και δαπάνη Μ. Ζ. Πρακτικίδου Βιβλιοπώλου». Αυτή η λεπτομέρεια μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την οικονομία του βιβλίου κατά την περίοδο εκείνη. Οι βιβλιοπώλες λειτουργούσαν συχνά ως χρηματοδότες και εκδότες (εκδότες-βιβλιοπώλες), αναλαμβάνοντας το οικονομικό ρίσκο της εκτύπωσης έργων που θεωρούσαν ότι είχαν είτε εθνική/εκπαιδευτική αξία είτε υψηλή εμπορικότητα.

Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί ένα διπλό ιστορικό μνημείο:
-
Ως προς το περιεχόμενο: Μεταφέρει τη συγκλονιστική μαρτυρία του ανθρώπου που βρισκόταν δίπλα στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο μέχρι τις τελευταίες του στιγμές.
-
Ως προς την έκδοση: Αποτελεί δείγμα της πνευματικής κίνησης του 19ου αιώνα στην Ελλάδα, αποτυπώνοντας την προσπάθεια σύνδεσης του Νέου Ελληνισμού με τη βυζαντινή του κληρονομιά μέσω της ιστοριογραφίας.
Το ψηφιοποιημένο έγγραφο αποτελεί εξαιρετικό εύρημα για μελετητές της ιστορίας των εκδόσεων και της πρόσληψης του Βυζαντίου στον νεότερο ελληνικό κόσμο.
Το Μέλος μας, κ Λάμπρος Βαζαίος μας έστειλε σε ηλεκτρονική μορφή την σπάνια αυτή έκδοση του ΒΙβλίου. Η ΕΕΥΕΔ την πρόσθεσε στην Ηλεκτρονική της Βιβλιοθήκη της και είναι προσβάσιμη στον παρακάτω σύνδεσμο εδώ
Λόγω του μεγάλου μεγέθους (53 σελίδες) παρουσιάζουμε εδώ μερικά αποσπάσματα αφού τα μετατρέψαμε από την φωτογραφική μορφή του pdf σε επεξεργάσιμη. Αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση στο Βιβλίο, ο αναγνώστης – μελετητής έχει την αίσθηση ότι ζει ο ίδιος την Πολιορκία και την Άλωση της Βασιλεύουσας.

Η ΑΡΧΗ (Σελ. 5,6)
Ἀφοῦ ἀπέθανεν Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, ὁ λαὸς καὶ ὁ κλῆρος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκάλεσαν εἰς τὸν θρόνον τὸν Κωνσταντῖνον τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, εὑρισκόμενον τότε ἐν Πελοποννήσῳ. Ὁ Κωνσταντῖνος, εἰσερχόμενος εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὑπεδέχθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ μετὰ επευφημιῶν καὶ χαρᾶς καὶ ἀνηγορεύθη Αὐτοκράτωρ· ἡ δὲ ἀναγόρευσις αὐτοῦ ἐπανηγυρίσθη λαμπρότατα ὑπὸ τοῦ λαοῦ τῆς μεγαλοπόλεως ταύτης. Μετ’ ὀλίγον δὲ ἀπέθανε καὶ ὁ Σουλτάνος Μουρὰτ ἐν Ἀδριανουπόλει, καὶ ὁ Βεζύρης αὐτοῦ Χαλὶλ ἔστειλε ταχυδρόμον καὶ εἰδοποίησε τὸν υἱὸν αὐτοῦ Μωάμεθ, εὑρισκόμενον τότε ἐν Μαγνησίᾳ. Ὁ Μωάμεθ ἅμα λαβὼν τὴν εἴδησιν ταύτην, ἀνέκραξεν· «Ὅστις μὲ ἀγαπᾷ ἂς μὲ ἀκολουθήσῃ.» Πηδήσας δὲ ἐπί τινος ἀραβικοῦ ἵππου, καὶ συνοδευόμενος ὑπὸ δρομέων ξιφηφόρων, ἔφθασε τὴν ἐπαύριον ἐν Καλλιπόλει, πέμψας δὲ ταχυδρόμον εἰς Ἀδριανούπολιν ἀνήγγειλε τὴν ἄφιξίν του ἐν τῇ Χερσονήσῳ. Οἱ πρόκριτοι τοῦ Τουρκικοῦ κράτους ἦλθον νὰ δεχθῶσι τὸν νέον αὐτῶν Σουλτάνον, καὶ ὡδήγησαν αὐτὸν εἰς Ἀδριανούπολιν. Πρώτη φροντὶς τοῦ Σουλτάνου, μετὰ τὴν παραλαβὴν τῆς βασιλείας, ἦτο νὰ πνίξῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Ἀχμέτ. Μετὰ τὸ ἀνοσιούργημα τοῦτο, ἀπέστειλε τὸν Ἰσαὰκ Πασσᾶν νὰ συνοδεύσῃ τὸ σῶμα τοῦ ἀποθανόντος πατρός του εἰς Προῦσαν.
Ὁ Αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος, μαθὼν τὴν ἄφιξιν τοῦ Μωάμεθ, ἔστειλεν ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτὸν διὰ νὰ συλλυπηθῶσιν αὐτὸν διὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του καὶ νὰ τὸν συγχαρώσι διὰ τὴν ἀνάβασίν του εἰς τὸν θρόνον. Ὁ Μωάμεθ ἐδέχθη εὐμενῶς τοὺς ἀπεσταλμένους τούτους καθὼς καὶ τοὺς πρέσβεις τῶν Βλάχων, Βουλγάρων, Λεσβίων, Ροδίων καὶ λοιπῶν χριστιανῶν ἡγεμόνων, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Τουρκία εὑρίσκετο τότε εἰς σχέσεις, καὶ ἔδειξε μεγάλην προθυμίαν νὰ ζῇ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἀγάπῃ μετὰ τῶν Χριστιανῶν βασιλέων. Πρὸς τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Αὐτοκράτορος ἀποτεινόμενος ὤμοσε νὰ φυλάξῃ τὴν εἰρήνην ὡς ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ ὑπεσχέθη νὰ πληρώνῃ κατ’ ἔτος 300,000 γροσίων διὰ ἔξοδα τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει διαμένοντος Ὀθωμανοῦ πρίγκηπος Οὐρχάν, ἐγγόνου τοῦ Σουλεϋμάν. Ὁ Μωάμεθ δὲν ἀπεφάσισε νὰ ἔλθῃ εἰς πόλεμον πρὸς οὐδένα ἡγεμόνα, εἰμὴ μόνον πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Καραμανίας, ὅστις ἐπεχείρησε νὰ ἀναλάβῃ ὅσα μέρη ἀφηρέθησαν ἐκ τῆς ἐπικρατείας αὐτοῦ ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Μουράτ. Κατὰ τοῦ βασιλέως δὲ τούτου ὁ Μωάμεθ ἐξεστράτευσε καὶ προσωπικῶς· ἀλλά, ἀφοῦ ἔφθασεν εἰς Ἀκσχάρ, ἦλθον πρέσβεις παρὰ τοῦ βασιλέως τῆς Καραμανίας προτείνοντες εἰρήνην καὶ προσφέροντες εἰς αὐτὸν τὴν χεῖρα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως τῆς Καραμανίας. Ὁ Μωάμεθ δεχθεὶς ταῦτα ἐπέστρεψεν εἰς Ἀδριανούπολιν…………
Οι ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ (σελ. 11-12)
Χρυσῆ Πύλη ἐτειχίσθη ἐκ τοῦ φόβου μὴ ἐκπληρωθῶσιν αἱ προφητεῖαι, αἵτινες ἀνήγγελλον τὴν εἰς τὴν πόλιν εἴσοδον τῶν Λατίνων, ἀλλὰ κατὰ τὴν πολιορκίαν ἠνοίχθη ἡ πύλη αὕτη, καὶ δι’ αὐτῆς εἰσῆλθον οἱ Τοῦρκοι. Ἡ Χρυσῆ Πύλη ὅμως ἔμεινε πάλιν κλειστὴ καὶ ἡ προφητεία ἐπαναλαμβάνεται εἰσέτι. Οἱ Τοῦρκοι δοξάζουσιν, ὅτι ἡ πύλη αὕτη, ἥτις εἶδε τοσούτων συνεχῶς τοὺς θριάμβους τῶν Αὐτοκρατόρων λατρευτῶν τοῦ Χριστοῦ, θέλει δώσει δίοδον εἰς τοὺς Χριστιανούς, οἵτινες θέλουν εἰσέλθει μίαν ἡμέραν εἰς τὴν πόλιν τοῦ Κωνσταντίνου καὶ θέλουν ἐπαναφέρει αὐτὴν εἰς τὸ θρήσκευμα τῶν Πατέρων αὐτῶν.
Διάφοροι προόρήσεις προμηνύουσαι εἰς μὲν τοὺς Τούρκους νίκην, εἰς δὲ τοὺς Ἕλληνας ἀτυχίας καὶ δυστυχήματα, διεδίδοντο τότε. Μία ἐκ τῶν προῤῥήσεων τούτων ἦτο ἡ τοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ, εὑρεθεῖσα πρὸ ὀλίγου ἐν τῷ μοναστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἦσαν δύο ἀδάμια διῃρημένα εἰς πολλὰς στήλας, ἐξ ὧν ἡ μία περιεῖχε τὴν σειρὰν τῶν Αὐτοκρατόρων, καὶ ἡ ἄλλη τὴν τῶν Πατριαρχῶν μετὰ τὸν Λέοντα· εἰς ἑκάστην δὲ σειρὰν ἔλειπε τὸ ὄνομα τοῦ τελευταίου Πατριάρχου· εἰς τοὺς εἰς τὴν Σίβυλλαν τοῦ Ἐρυθρέως ἀποδιδομένους χρησμοὺς ἀναγινώσκεται εἰσέτι ὁ ὄλεθρος τῶν Ἑλλήνων. Ἐκτὸς τῶν προῤῥήσεων τούτων διχόνοιαι καὶ φιλονεικίαι ἐπεκράτουν ἐν τῇ πόλει διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν. Τὴν 12 Δεκεμβρίου ἐγένετο κοινὴ λειτουργία ἐν τῇ Ἁγίᾳ Σοφίᾳ τελεσθεῖσα ὑπὸ τοῦ Καρδιναλίου Ἰσιδώρου. Ὁ κλῆρος τῆς Αὐλῆς, οἱ ἐφημέριοι καὶ διάκονοι ἠκολούθησαν τὸν Αὐτοκράτορα, παρευρεθέντα ἐν τῇ λειτουργίᾳ· ἀλλ’ οἱ ἡγούμενοι, ἀρχιμανδρῖται καὶ μοναχοὶ διέδιδον ἐνεργητικῶς τὴν φρίκην αὐτῶν, καὶ συνηνοοῦντο μετὰ τοῦ Ἕλληνος Πατριάρχου Γενναδίου, ὅστις ἦτο περιωρισμένος ἐντὸς τοῦ μοναστηρίου τοῦ Παντοκράτορος καὶ ἐχαρακτήριζε τὸ Ἑνωτικὸν ὡς ἀσεβές. Μετ’ αὐτῶν ἡνοῦτο καὶ ὁ ναύαρχος Λουκᾶς Νοταρᾶς, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι ἐπροτίμα μᾶλλον νὰ βλέπῃ νὰ ἄρχῃ εἰς τὴν πόλιν τὸ Τουρκικὸν Σαρίκιον παρὰ τὸ Λατινικὸν Καλυμμαύκιον. Μετὰ τὴν κοινὴν ταύτην λειτουργίαν ὁ ναὸς ἦτο ἔρημος, καὶ οἱ ἱερεῖς ἠρνοῦντο νὰ δώσωσι τὰ μυστήρια εἰς τοὺς Ἑνωτικούς· εἷς μάλιστα ἱερεύς, πρὸς μέγα σκάνδαλον τῶν Πιστῶν, ἐνηγκαλίσθη τὸν Μωαμεθανισμόν.
Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ (σελ. 12-13)
Τὴν δὲ Παρασκευὴν μετὰ τὸ πάσχα (6 Ἀπριλίου 1453) ἐφάνη ὁ Μωάμεθ μετὰ τῶν στρατευμάτων αὐτοῦ πρὸ τῆς πόλεως, καὶ στήσας τὴν σκηνήν του ὄπισθεν τοῦ πρὸς τὴν πύλην Καλιγαρίαν λόφου, ἐσκέπασε τὰς πέριξ πεδιάδας, καὶ παρέταξε τὸν στρατὸν αὐτοῦ ἀπὸ τὴν Ξυλίνην Πύλην τῶν ἀνακτόρων μέχρι τῆς Χρυσῆς. Τὸ μεγάλον κανόνιον ἐστήθη κατὰ τῆς πύλης Καλιγαρίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τῶν νέων ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου ἐπιτειχισμάτων ἀπήντων μεγάλην ἀντίστασιν, ἔφερον αὐτὸ πρὸ τῆς Πύλης τοῦ Ῥωμανοῦ, ἥτις, ὡς εἴπομεν, ὠνομάσθη ἐκ τούτου πύλη τοῦ Μεγάλου Κανονίου. Πλησίον δὲ τοῦ ἐκ χιλίων ὀκτακοσίων λιτρῶν κανονίου τούτου ἐστήθησαν καὶ δύο ἄλλα μικροτέρας ὁλκῆς, διὰ νὰ προετοιμάζωσι τὰ ἀνοίγματα εἰς τὸ τεράστιον τοῦτο κανόνιον. Διὰ νὰ γεμίσωσιν αὐτό, ἐχρειάζοντο δύο ὧραι, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πυροβολήσωσι δι’ αὐτοῦ εἰμὴ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας, ἐὰν δὲν θεωρηθῇ ὡς βολὴ ἡ πρὸ τῆς Ἠοῦς ῥιπτομένη, ὡς σημεῖον ἐπιθέσεως. Διὰ νὰ μεταφέρωσιν αὐτό, ἐχρειάσθησαν τεσσαράκοντα ζεύγη βοῶν διὰ νὰ σύρωσιν αὐτό, καὶ διακόσιοι ἄνδρες εἰς ἑκάστην τῶν πλευρῶν, διὰ νὰ διατηρῶσιν αὐτὸ εἰς ἰσοσταθμίαν· πεντήκοντα ξυλουργοὶ καὶ διακόσιοι σκαπανεῖς προεπορεύοντο, διὰ νὰ προετοιμάζωσι τὰς ὁδοὺς καὶ γεφύρας. Διὰ νὰ μεταφέρωσιν αὐτὸ ἀπὸ Ἀδριανουπόλεως εἰς Κωνσταντινούπολιν ἐχρειάσθησαν δύο μῆνας, ἐνῷ ἡ ἀπόστασις εἶναι δύο μόνον ἡμερῶν. Τὸ κανόνιον τοῦτο συντριβὲν μετὰ ταῦτα κατεκερμάτισε τὸν Ὀρβάν, ὅστις ἔχυσεν αὐτό· ὁ δὲ Σουλτάνος, τοσοῦτον ἐλυπήθη, ὥστε διέκοψεν ἐκείνην τὴν ἡμέραν τὴν μάχην.
Ὅλαι αἱ κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως συναθροισθεῖσαι δυνάμεις τῶν Τούρκων τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἀνέβαινον εἰς 300,000· ἐξ αὐτῶν δὲ ἑκατὸν χιλιάδες ἱππέων ἐτάχθησαν ὄπισθεν τοῦ στρατοπέδου· ἑκατὸν χιλιάδες πολεμισταὶ ἐτέθησαν εἰς τὴν δεξιὰν πτέρυγα, ἐκτεινομένην μέχρι τῆς Χρυσῆς Πύλης, καὶ πεντήκοντα εἰς τὴν ἀριστεράν, φθάνουσαν μέχρι τοῦ ἀνακτόρου τῶν Βλαχερνῶν. Ὁ Σουλτάνος ἔμεινεν εἰς τὸ μέσον μετὰ δεκαπέντε χιλιάδων Γενιτσάρων, ὁ δὲ Σαγανό, εἷς τῶν Πασσάδων του, μετά τινων χιλιάδων κατέλαβε τὸν ὄπισθεν τοῦ Γαλατᾶ λόφον καὶ τὰ ἄντικρυ τοῦ λιμένος ὑψώματα. Ὁ δὲ στόλος, τὸν ὁποῖον ὁ ναύαρχος Βαλταογλῆς, ἀρνησίθρησκος Βούλγαρος, ἐξήρτησεν ἐν τῷ μικρῷ κόλπῳ τοῦ Βοσπόρου, συνίστατο ἀπὸ δεκαοκτὼ τριήρεις, ἀπὸ τεσσαράκοντα διήρεις, ἀπὸ εἴκοσι φορτηγὰ καὶ τριακόσια περίπου μικρὰ πλοῖα, τὸ ὅλον ἀπὸ τετρακκόσια εἴκοσι πλοῖα.
Οἱ δὲ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος λληνες μαχηταί, κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν συνταχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Πρωτοβεστιαρίου Φραντζῆ ἐν καιρῷ τῆς πολιορκίας, δὲν ἦσαν περισσότεροι τῶν τεσσάρων χιλιάδων ἐννεακοσίων ἑξήκοντα τριῶν, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ προστεθῶσι δύο χιλιάδες ξένοι, καὶ πεντακόσιοι Γενουήνσιοι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ εὐπατρίδου Ἰωάννου Ἰουστινιανοῦ· αἱ δὲ κατὰ θάλασσαν δυνάμεις αὐτῶν συνίσταντο ἐκ τριῶν πολεμικῶν πλοίων Γενουηνσιακῶν, ἑνὸς Ἱσπανικοῦ, ἑνὸς Γαλλικοῦ, τριῶν Κρητικῶν, ἑνὸς ἐκ τῆς Χάνδακος καὶ τῶν ἄλλων δύο ἐκ Κυδωνιῶν, καὶ τριῶν Βενετικῶν ἐμπορικῶν μεγάλων, καλουμένων γαλεῶν. Καὶ κατὰ τὸ πυροβολικὸν δὲν ἦσαν καλλίτερα ἐφωδιασμένοι· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ λυπῶνται, διότι δὲν εἶχον ν’ ἀντιτάξωσιν εἰς τὸ τεράστιον κανόνιον τῆς αὐτῆς ὁλκῆς κανόνια, καθόσον τὰ ἴδια ὄντα ἑκατὸν πεντήκοντα κανταρίων ἦσαν πολὺ βαρέα διὰ τὰ τείχη τῆς πόλεως, τὰ ὁποῖα εἰς πᾶσαν ἐκπυρσοκρότησιν ἐκλονίζοντο καὶ ἐβλάπτοντο ἐκ τοῦ κρότου.
Εἰς τοὺς Τούρκους ἐκτὸς τοῦ τεραστίου κανονίου καὶ τῶν ἄλλων δύο ὑπῆρχε καὶ μέγας ἀριθμὸς κανονίων μεσαίας καὶ ἀδυνάτου ὁλκῆς, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἀπὸ τῆς Ξυλίνης πύλης μέχρι τῆς Χρυσῆς. Δεκατέσσαρα δὲ κανονοστάσια ἐκεραυνοβόλουν τὴν πόλιν, ἐνῷ αἱ βαλίστραι ἔῤῥιπτον βροχηδὸν τὰ ἀκόντια καὶ τὰ βέλη. Ὑπὸ τὴν σκέπην στοᾶς κατασκευασμένης ὑπὸ δερμάτων λευκοῦ καὶ ἐρυθροῦ χρώματος, ἐλθόντες οἱ ἐχθροὶ μέχρι τῆς τάφρου τοῦ φρουρίου, ἤνοιξαν τρύπας εἰς τὸ πρῶτον τεῖχος καὶ ἔβλαπτον πολὺ τοὺς Ἕλληνας. Κατεσκεύασαν τέσσαρας πύργους ὑψηλοὺς ἐπὶ τροχῶν καὶ μίαν μεγάλην μηχανὴν τῆς πολιορκίας, τὴν ὁποίαν οἱ έλληνες ὀνομάζουσιν Ἑλέπολιν. Ἡ μηχανὴ αὕτη ἦτο ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν περιβεβλημένη ὑπὸ τριπλῶν δερμάτων βοῶν, ἐπὶ δὲ τοῦ ἀνωτάτου πατώματος ἔφερε πύργους καὶ παραπετάσματα, τὰ ὁποῖα προεφύλαττον τοὺς ἐπιτιθεμένους καὶ ἐκινεῖτο διὰ πολυαρίθμων τροχῶν. Τρεῖς πύλαι ἤνοιγον πρὸς τὸ μέρος τῆς τάφρου· τὸ ἐσωτερικὸν ἐγεμίσθη ἐκ ξύλων καὶ δεμάτων πρὸς ἔγχωσιν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦ ἄκρου πατώματος κατεβιβάζοντο αἱ ἀνασπασταὶ γέφυραι, φθάνουσαι εἰς τὸ αὐτὸ πάτωμα τοῦ πύργου τῆς πόλεως. Οἱ Ἕλληνες ὅμως, ἂν καὶ ὀλίγοι, ἀνθίσαντο γενναίως κατὰ τῶν ἐφορμώντων βαρβάρων καὶ ἐκρήμνιζον αὐτοὺς ἀπὸ τὰ τείχη μετ’ αἰσχύνης. Ἐγέμιζον διὰ νυκτὸς μετὰ μεγάλης ταχύτητος τὰ ῥήγματα διὰ ξύλων καὶ βαγενίων γεμάτων ἀπὸ χῶμα καὶ ἀπέβαλλον τοὺς ὑπονομοποιούς διὰ τοῦ ὑγροῦ πυρός. Διὰ τῶν ὑγρῶν φλογῶν ἠδυνήθησαν οἱ Ἕλληνες ἐν μιᾷ νυκτὶ νὰ πυρπολήσωσι τὴν μεγάλην Ἑλέπολιν καὶ τὰς ἄλλας μηχανάς. Ὁ Μωάμεθ ἰδὼν τὴν πυρπόλησιν τῆς Ἑλεπόλεως καὶ τῶν ἄλλων μηχανῶν ὡρκίσθη, ὅτι ἐὰν καὶ αἱ 37,000 τῶν προφητῶν προέλεγον εἰς αὐτὸν τοῦτο ποτὲ δὲν ἤθελε τὸ πιστεύσει.
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ
Τὴν 15 Ἀπριλίου 1453 ἐξελθὼν ὁ Τουρκικὸς στόλος ἠγκυροβόλησεν ἐπὶ τοῦ μέρους τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἀκτῆς πλησίον τοῦ Διπλοκιονίου, ἤδη ὀνομαζομένου Βεσίκτασι. Μετά τινας δὲ ἡμέρας ἐφάνησαν εἰς τὴν Προποντίδα ἓν πολεμικὸν Αὐτοκρατορικὸν πλοῖον καὶ τέσσαρα Γενουηνσιακά, ἅτινα εἶχον ἐμποδισθῆ ἕνεκα τῶν ἀνέμων εἰς Χίον. Μέρος τοῦ Τουρκικοῦ στόλου ἐξ ἑκατὸν πλοίων ἐτάχθη ἔμπροσθεν τοῦ λιμένος διὰ νὰ ἐμποδίσῃ εἰς τὰ πέντε πλοῖα τὴν ἐν τῷ λιμένι εἴσοδον. Ὁ οὐρανὸς ἦτο αἴθριος καὶ ἡ θάλασσα γαλήνιος. Τὰ τείχη τῆς πόλεως ἐκαλύπτοντο ἀπὸ θεατάς, καὶ ὁ Σουλτάνος ἔφιππος ἐθεώρει τὰς προετοιμασίας τῆς ναυμαχίας. Χάλαζα βελῶν καὶ βροχὴ πυρὸς ἔπιπτεν ἄνωθεν τῶν Χριστιανικῶν πλοίων κατὰ τῶν Τουρκικῶν, ὧν τὰ χείλη ἦσαν χαμηλότερα, καὶ τὰ ὁποῖα καίτοι τοιαῦτα ὄντα ἠθέλησαν νὰ κυριεύσωσι τὸ Αὐτοκρατορικὸν πλοῖον. Χύτραι πλήρεις καυστικῶν ὑλῶν ἔβαλον τὸ πῦρ εἰς τὰς ἐξαρτήσεις τῶν ἐφορμώντων Τουρκικῶν πλοίων, καὶ ὄγκοι πέτρινοι, ῥιπτόμενοι, ἐβύθιζον αὐτά. Ὁ Αὐτοκρατορικὸς πλοίαρχος Φληκτανέλλος ἐμάχετο ὡς λέων· ἐπίσης καὶ οἱ Γενουήνσιοι, Κατανέος, Νοβάρας καὶ Βαλαράνης. Ἡ θάλασσα ἐσκεπάσθη ἀπὸ ἀκόντια, τὰ ὁποῖα ἐμπόδιζον τὴν κίνησιν τῶν Τουρκικῶν πλοίων· πολλὰ δὲ ἐξ αὐτῶν, συγκρουσθέντα μεταξύ των, ἠνοίχθησαν, καὶ δύο ἐπυρπολήθησαν.
Τότε ὁ Μωάμεθ ἐμμανὴς γενόμενος καὶ ἀφρίζων ἀπὸ θυμόν, ἐμπήγει τὰ πτερνιστάρια ἐντὸς τῶν πλευρῶν τοῦ ἵππου καὶ ὁρμᾷ εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν στόλον καὶ ἀνακτήσῃ τὴν νίκην, οἱ δὲ περὶ αὐτὸν Πασσάδες ἠκολούθησαν τὸ παράδειγμα αὐτοῦ. Ὅλοι ἐβράχησαν ἐκ τῶν ὑδάτων· οἱ δὲ ναῦται, οἵτινες δὲν ἀπεῖχον πλέον μιᾶς βολῆς πέτρας, ἀνενέωσαν τὴν μάχην, ἀλλ’ εἰς μάτην, διότι τὰ Χριστιανικά πλοῖα πλησίστια διῆλθον διὰ μέσου τῶν Τουρκικῶν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν λιμένα καὶ ἐκλείσθησαν ἐντὸς αὐτοῦ διὰ τῆς σιδηρᾶς ἁλύσεως. Ἡ φθορὰ τῶν Τούρκων ἦτο μεγάλη καὶ ἡ αἰσχύνη μεγαλεῖτέρα. Ὁ Μωάμεθ ἠθέλησε νὰ πασσαλώσῃ τὸν Βαλταογλῆν, εἰς τὴν ἀνανδρίαν τοῦ ὁποίου ἀπέδιδε τὴν ἧτταν, ἀλλὰ τῇ παρακλήσει τῶν Γενιτσάρων ἐχάρισε μὲν εἰς αὐτὸν τὴν ζωήν, ἠθέλησεν ὅμως νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἴδιος τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ. Τέσσαρες δοῦλοι ἔβαλον αὐτὸν ἐκτάδην, ὁ δὲ Σουλτάνος ἔδωσεν εἰς αὐτὸν ἑκατὸν ῥαβδισμούς διὰ τοῦ βαρέως ῥοπάλου του, προξενήσας εἰς αὐτὸν πολλὰς πληγάς· Ἀσάβης δέ τις διὰ λίθου συνέτριψε τὴν παρειάν του καὶ ἐξώρυξε τὸν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως ἐνέδωκεν εἰς τὰς παρακλήσεις τῶν Γενιτσάρων καὶ ἐχάρισεν εἰς αὐτὸν τὴν ζωήν. Ἔκτοτε καὶ μετὰ τὴν συμφορὰν τοῦ Ἀρχιναυάρχου τῆς Ὀθωμανικῆς Μοναρχίας ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, πιστευθεῖσα ἔπειτα ὑπὸ τῶν Τούρκων, «ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὸ κράτος τῆς γῆς, ἀλλὰ τὸ τῆς θαλάσσης ἀφῆκεν εἰς τοὺς Χριστιανούς.» …………
Ἑπτὰ ἑβδομάδες παρῆλθον, ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι ἐπολιόρκουν στενῶς τὴν Κωνσταντινούπολιν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν· πάντοτε δὲ ἀπεκρούοντο καὶ ἐκρημνίζοντο ἐκ τῶν τειχῶν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον αἱ δυνάμεις τῆς πόλεως ἐγίνοντο ἀσθενέστεραι, ἕνεκα τῶν ἐν ταῖς ἐπιθέσεσιν ἀπολλυμένων Χριστιανῶν, ἐνῷ αἱ δυνάμεις τῶν Τούρκων ἐπολλαπλασιάζοντο προσερχομένων πολλῶν νεήλυδων ἐπ’ ἐλπίδι λαφυραγωγίας. Τρεῖς Πύργοι ἀνετράπησαν, πλατὺ ῥῆγμα ἠνοίχθη πλησίον τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ῥωμανοῦ, ἡ δὲ τάφρος ἦτο γεμισμένη ἐκ τῶν πιπτόντων ἐρειπίων. Ὁ Σουλτάνος ἔστειλε τὴν 20 Μαΐου τὸν γαμβρὸν αὐτοῦ Ἰσφενδιάρογλον καὶ προέτεινεν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα νὰ παραδώσῃ τὴν πόλιν καὶ νὰ ἀναχωρήσῃ ἀνενοχλήτως εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ νὰ ἄρχῃ ἐκεῖ· οὕτω δὲ νὰ ἀποφύγωσιν οἱ κάτοικοι τὴν αἰχμαλωσίαν. Ὁ Αὐτοκράτωρ ὅμως Κωνσταντῖνος βλέπων τὴν ψυχρότητα τῶν Δυτικῶν ἡγεμόνων καὶ γνωρίζων, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἀτιμίας τίποτε ἄλλο δὲν ἤθελε κερδίσει, ἀπεφάσισε νὰ ἐνταφιασθῇ μᾶλλον ὑπὸ τὰ ἐρείπια τῆς πόλεως, παρὰ ζῶν νὰ ἴδῃ τὴν πόλιν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν Τούρκων· ὅθεν ἀπέβαλεν ὑπερηφάνως τὸ πρόβλημα τοῦ βαρβάρου.
ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ
Μαθὼν τοῦτο ὁ Μωάμεθ ἐκήρυξεν εἰς τὸ στρατόπεδον τὴν 24 Μαΐου 1453 τὴν κατὰ τῆς πόλεως ἐκ τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης γενικὴν ἔφοδον διὰ τὴν 29 τοῦ αὐτοῦ μηνός. Συνήθροισε τοὺς ἀρχηγούς τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπεσχέθη εἰς αὐτοὺς δι’ ὅρκου τὴν διαρπαγὴν τῆς πόλεως, ἐπιφυλάξας μόνον δι’ ἑαυτὸν τὰ τείχη καὶ τὰ κτίρια αὐτῆς. Οἱ διοικηταὶ τῶν Γενιτσάρων ἐγγυήθησαν ἐπ’ ὀνόματι τῶν στρατιωτῶν των τὴν νίκην, καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς ἐν τῇ ἀνωτέρω ῥηθείσῃ ναυμαχίᾳ πεφυλακισμένους συντρόφους των. Ὁ Σουλτάνος ἀπέδωκεν αὐτούς, καὶ ὅλη ἡ στρατιὰ ἐκυριεύθη ἀπὸ χαρὰν ἀναλογιζομένη τὴν προσεχῆ ἅλωσιν.
Οἱ Ἕλληνες μαθόντες τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Σουλτάνου ἡτοιμάζοντο πρὸς ἄμυναν, ἐπεσκεύασαν τὰ τείχη τὰ πλησίον τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ῥωμανού, τὰ ὁποῖα εἶχον κρημνισθῆ ἐκ τῶν κανονοβολισμῶν, καὶ ὠχύρωσαν ἀσφαλέστερον τὰ τρωτὰ μέρη τῆς πόλεως. Ὁ Ἰωάννης Ἰουστινιανὸς δείξας κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας ἀξιέπαινον δραστηριότητα καὶ ἀνδρίαν, οὐχὶ μόνον κατεγίνετο πρὸς ἀνοικοδομὴν τῶν τειχῶν, ἀλλὰ προσβάλλων τὸν ἐχθρὸν ἢ μακρόθεν διὰ πυροβολισμῶν ἢ πλησίον διὰ τοῦ ξίφους ἐθαυμάζετο ὑφ’ ὅλων καὶ ἀπεκαλεῖτο σωτὴρ τῆς πόλεως. Οὗτος στείλας ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Λουκᾶν Νοταρᾶν, διοικητὴν τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων, τοποθετημένον πρὸς τὸ μέρος τοῦ λιμένος, πυροβόλα τινὰ τῶν ὁποίων τὸ μέρος τοῦ λιμένος, πυροβόλα τινὰ τῶν ὁποίων τὸ μέρος τοῦ λιμένος δὲν εἶχεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ περισσότερον τὸ μέρος τοῦ Ἁγίου Ῥωμανοῦ· οὗτος ὅμως ἠρνήθη ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς λόγους καὶ ὕβρεις· ὁ Ἰουστινιανὸς ἀπεκάλεσε τὸν Νοταρᾶν ἐπίβουλον καὶ προδότην τῆς Πατρίδος, ὁ δὲ Νοταρᾶς ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸν ἄλλας ὕβρεις. Ὁ Αὐτοκράτωρ ὅμως, μαθὼν τοῦτο, ἐκάλεσεν αὐτοὺς κατ’ ἰδίαν καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· «Ἀδελφοί, παύσατε παρακαλῶ τοὺς διαπληκτισμοὺς δι’ ἀγάπην Θεοῦ· ἀρκεῖ εἰς ἡμᾶς ὁ ἔξωθεν κίνδυνος.» Εἰρηνεύσας δὲ αὐτοὺς οὕτως ὁ Αὐτοκράτωρ, ἀπέστειλεν ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ὁ Σουλτάνος, βλέπων τὴν ἀνδρίαν τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἀπεπειράθη νὰ διαφθείρῃ αὐτὸν μὲ δῶρα, ἀλλ’ οὗτος ἀπέῤῥιψεν ὑπερηφάνως τὰς προτάσεις ταύτας τοῦ Σουλτάνου.
Εἰς τὴν πύλην τοῦ Ἁγίου Ῥωμανοῦ, ὅπου ἐγίνετο ἡ πρὸς ἐπίθεσιν συγκέντρωσις τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ ἦτο φόβος, ὅτι πεισματωδεστάτη μάχη ἤθελε συγκροτηθῇ, ἐτοποθετήθη ὁ ἴδιος Αὐτοκράτωρ, ἔχων πλησίον του τὸν Ἰουστινιανὸν καὶ τοὺς πεντακοσίους ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ Γενουηνσίους μετὰ τοῦ Δὸν Φραγκίσκου τῆς Τολέδης. Ἡ πύλη Μυρίανδρος ὑπερασπίσθη ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν Παύλου καὶ Ἀντωνίου Τρόϊλου Βογιάρδου, οἵτινες ἀντέκρουσαν γενναίως τὸν ἐχθρόν. Εἰς τὴν πύλην Καλιγαρίαν ἐτοποθετήθησαν ὁ ἐκ Καρύστου Θεόδωρος, τοξότης ἐπιτήδειος, καὶ ἀνὴρ πολεμικώτατος καὶ ἀνδρεῖος, καὶ ὁ Ἰωάννης Γερμανός, πυροβολιστὴς ἐμπειρότατος. Ἅπαν τὸ πέραν τῆς γραμμῆς ἀπὸ τὴν πύλην τοῦ Κυνηγίου ἕως τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἐνεπιστεύθη εἰς τὸν Ῥῶσσον Καρδινάλιον Ἰσίδωρον. Τὸ Αὐτοκρατορικὸν ἀνάκτορον τῶν Βλαχερνῶν κατελήφθη ὑπὸ τοῦ Βενετοῦ Βαΐλου Ἱερωνύμου Μινώτου. Ὁ δὲ Ἰταλὸς Ἱερώνυμος καὶ ὁ Γενουήνσιος πλοίαρχος Λεονάρδος Λαγκάσκος ὑπερασπίσθησαν τὴν Ξυλίνην Πύλην καὶ τὸν πύργον τοῦ Ἀνέμα. Ὅλον τὸ λοιπὸν τῆς γραμμῆς πρὸς τὸ μέρος τοῦ λιμένος ἦτο ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχιναυάρχου Νοταρᾶ. Μεταξὺ τοῦ ἄκρου τῆς Ἀκροπόλεως καὶ τοῦ φάρου ἦτο ὁ Γαβριὴλ Τρεβισανὸς μετὰ τετρακοσίων εὐγενῶν Βενετῶν, ὁ δὲ Ἀνδρέας Δῖνος ἔμενε μετὰ τῶν τριηρῶν πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ λιμένος. Ὁ Ἱσπανὸς Πρόξενος Πέτρος Ἰουλιανὸς ἦρχεν ἐπὶ τῶν θαλασσίων ὀχυρωμάτων ἀπὸ τὸ ἀνάκτορον Βουκόλιον μέχρι Κοντοσκαλίου. Ὁ δὲ Βενετὸς Κονταρένος ὑπερασπίζετο τὸ διάστημα, ὅπερ ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν Χρυσῆν Πύλην ἕως τὰ Ψωμαθιά. Τὸ ἐντὸς τῆς Χρυσῆς Πύλης μέρος τῆς γραμμῆς καὶ τὸ ἀνάκτορον τῶν Πηγῶν, ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν φύλαξιν τοῦ εὐγενοῦς Γενουηνσίου Μαυρικίου Κατανέου, τοῦ ποτὲ ἀριστεύσαντος εἰς τὴν ἐν τῇ εἰσόδῳ τοῦ λιμένος ναυμαχίαν. Ὁ πεπαιδευμένος Ἕλλην Θεόφιλος Παλαιολόγος ἐτάχθη μεταξὺ τῆς πύλης Σηλυμβρίας καὶ τοῦ Ἁγίου Ῥωμανοῦ. Ὁ δὲ Δημήτριος Παλαιολόγος καὶ ὁ Νικόλαος Γουδέλης ἦσαν ἐπιφορτισμένοι νὰ ἐπιτηρῶσιν ἐφ’ ἁπάντων τῶν μερῶν καὶ νὰ δίδωσι βοήθειαν, ὅπου ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη.
Τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων, διεδόθη ψευδὴς φήμη εἰς τὸ Τουρκικὸν στρατόπεδον, ὅτι στόλος ἐξ Ἰταλίας καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν Οὐγγρων μετὰ πολυαρίθμου στρατοῦ ἤρχοντο πρὸς βοήθειαν τῶν Ἑλλήνων· μετὰ τῆς φήμης δὲ ταύτης διεσπάρη καὶ πανικὸς φόβος εἰς τὸ ἐχθρικόν στρατόπεδον, πιθανὸν ἴσως διὰ τῶν τεχνασμάτων τοῦ Χαλὶλ Πασσᾶ, ὅστις, φίλος ὢν τῶν Ἑλλήνων, ἦτο ἐναντίος εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς πολιορκίας. Οἱ Τοῦρκοι ἀκούσαντες, ὅτι ἤρχοντο βοήθειαι εἰς τοὺς Ἑλλήνας, ὠργίζοντο καὶ κατηρῶντο τὸν Σουλτάνον, λέγοντες ὅτι αὐτὸς θέλει ἀφανίσει τὸ γένος αὐτῶν, διότι ἐπιχειρεῖ ἀδύνατα πράγματα. Ὁ Σουλτάνος βλέπων ταῦτα ἐλυπεῖτο, φοβούμενος μήπως τῇ βοηθείᾳ τῶν Δυτικῶν ἡγεμόνων ἐξολοθρευθῇ ὁ πολιορκῶν τὴν πόλιν στρατός· θεωρῶν δ’ ὅτι ἐπὶ δύο σχεδὸν μῆνας δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τι κατὰ τῆς πόλεως, οἱ δὲ ἐπιτιθέμενοι ἐκρημνίζοντο ἐκ τῶν τειχῶν ἢ ἐφονεύοντο ἢ ἀπεδιώκοντο, κατελήφθη ὑπὸ ἀθυμίας· ἔτι δὲ περισσότερον ἠθύμει ἐκ τοῦ ἑπομένου περιστατικοῦ. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς πολιορκίας ἐφαίνετο ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ στρατοπέδου νεφέλη φωτεινή, ἥτις καταβαίνουσα ἐξ οὐρανοῦ ἐν καιρῷ νυκτὸς ἐφηπλοῦτο ἄνωθεν τῆς πόλεως. Οἱ Τοῦρκοι ἰδόντες τὸ φῶς τοῦτο τὸ πρῶτον, ἔλεγον, ὅτι ὁ Θεὸς ὠργίσθη κατὰ τῶν Χριστιανῶν, καὶ ἔῤῥιψε πῦρ ὅπως κατακαύσῃ αὐτούς. Βλέποντες ὅμως ὅτι τὸ μὲν φῶς κατήρχετο πάντοτε χωρὶς νὰ βλάπτῃ τοὺς Χριστιανούς, οὗτοι δὲ πάντοτε ἀπεκρούοντο καὶ ἐκρημνίζοντο ἐκ τῶν τειχῶν, μετέβαλλον ἰδέαν καὶ ἔλεγον, ὅτι ὁ Θεὸς μάχεται ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν, καὶ ὅτι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ πράξωσιν οὐδὲν ἄνευ θελήματος αὐτοῦ. Ἐνῷ δὲ ὁ Σουλτάνος καὶ ὅλη ἡ στρατιὰ τῶν βαρβάρων εὑρίσκετο εἰς ἀθυμίαν, αἴφνης ἐφάνη τὸ φῶς ἐκεῖνο καταβαῖνον ἐξ οὐρανοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐξηπλώθη, ὡς συνήθως, ἐφ’ ὅλης τῆς πόλεως, ἀλλὰ ῥῖψαν στυγεράς τινας ἀκτῖνας ἐπὶ τοῦ θόλου τῆς Ἁγίας Σοφίας ἐγένετο ἄφαντον. Ὁ Σουλτάνος καὶ ὅλος ὁ στρατὸς ἰδόντες τοῦτο ἐχάρησαν καὶ ἔλεγον, ὅτι ἤδη ἐγκατέλειπεν αὐτοὺς ὁ Θεός. Οἱ δὲ λληνες ἐξηγοῦντες τὸ σημεῖον τοῦτο, ἔλεγον, ὅτι προμηνύει εἰς αὐτοὺς δάκρυα, ἄφευκτον αἱματοχυσίαν, δεσμὰ καὶ φθοράν. Ταῦτα δὲ ἐγένοντο τὴν ἑσπέραν τῆς 27 Μαΐου.
Ὁ Σουλτάνος διέταξεν, ἵνα ὁ στρατός τὴν νύκτα ἐκείνην καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν μείνωσι νήστεις, νὰ λουσθῶσιν ἑπτάκις καὶ νὰ δεηθῶσι καθαροί, ὅπως νικήσωσι. Πρὸς τούτοις δὲ διέταξε νὰ ἀνάψωσι φανούς καὶ φῶτα καθ’ ὅλον τὸ στρατόπεδον καὶ τὸν στόλον. Πέριξ ὅθεν ὅλων τῶν ὀχθῶν τοῦ Βοσπόρου, τῶν ἐπικειμένων τοῦ Γαλατᾶ λόφων, καὶ καθ’ ὅλον τὸν Τουρκικὸν στόλον ἀνήφθησαν φῶτα, τῶν ὁποίων ἡ λάμψις ἀντηνάκλα ἕως τὴν Ἀσιατικὴν ὄχθην καὶ τὸ Σκούταρι. Οἱ Χριστιανοὶ βλέποντες ταῦτα ἐφαντάσθησαν, ὅτι χείμαῤῥοι πυρὸς διεχύνοντο ἐπὶ τοῦ στόλου καὶ τοῦ στρατοπέδου τῶν Τούρκων· ἀλλ’ ἔμαθον μετ’ οὐ πολὺ ἐκ τῶν ἀσμάτων καὶ τῶν χορῶν τῶν Δερβισῶν, ὅτι οἱ βάρβαροι ἐπροοιμίαζον τὴν νίκην αὐτῶν. Περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου τῆς 28 τοῦ Μαΐου ὁ Σουλτάνος μετὰ τὸ φαγητόν, συναθροίσας τοὺς Πασσάδες καὶ ὅλον τὸν στρατὸν αὐτοῦ, ἀπέτεινεν εἰς αὐτοὺς ταῦτα·
ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΣΟΥΤΑΝΟΥ
“Ὡς τέκνα ἀγαπητὰ παρὰ τοῦ Μωάμεθ καὶ ἐμοῦ τοῦ δούλου δέομαι καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως κάμετε αὔριον ἔργον ἄξιον μνήμης αἰωνίου, καθὼς καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν πανταχοῦ ἕως τώρα, ὡς εἶναι φανερόν, ἔπραξαν. Μετὰ προθυμίας δὲ καὶ γενναιότητος καὶ γενναιοψυχίας νὰ ἀναβῆτε τὰ τείχη μετὰ τῶν κλιμάκων ὡς πτερωτοί, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως κάμετε αὔριον ἔργον ἄξιον μνήμης αἰωνίου, καθὼς καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν πανταχοῦ ἕως τώρα, ὡς εἶναι φανερόν, ἔπραξαν. Μετὰ προθυμίας δὲ καὶ γενναιότητος καὶ γενναιοψυχίας νὰ ἀναβῆτε τὰ τείχη μετὰ τῶν κλιμάκων ὡς πτερωτοί, καὶ τὴν φήμην, τὴν ὁποίαν, ὡς εἴπομεν, οἱ πρὸ ἡμῶν ἀπέκτησαν νὰ μὴχάσωμεν, καὶ μάλιστα τώρα, ὁπότε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ αὐξήσωσιν οἱ Χριστιανοὶ πολλαπλασίως.”
Εἰπὼν δὲ ἄλλα πολλά, ὅπως διεγείρῃ τὴν γενναιότητα αὐτῶν, προσέθεσε καὶ ταῦτα·
«Καὶ ἐὰν ἀπὸ σᾶς φονευθῶσί τινες καθὼς εἶναι συνήθεια εἰς τοὺς πολέμους, τοῦτο εἶναι γεγραμμένον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν, καθὼς λέγει τὸ Κοράνιον· Τί λέγει ὁ Μωάμεθ; ὅτι ὅστις ἀποθάνει εἰς τὸν πόλεμον θέλει μεταβῇ ὁλόσωμος εἰς τὴν διαμονὴν αὐτοῦ, θέλει λουσθῇ εἰς ὡραιότατα λουτρὰ καὶ θέλει φάγῃ καὶ θέλει πίῃ μὲ τὸν ἴδιον τὸν Μωάμεθ. Ἐνταῦθα δὲ πάλιν, ἐὰν νικήσωμεν, θὰ ἦναι διπλάσιος ὁ μισθός σας, τὸν ὁποῖον τώρα ἔχετε· οὗτος ἀρχίζων ἀπὸ τώρα θὰ μείνῃ μέχρι τέλους τῆς ζωῆς σας. Εἰς τρεῖς ἡμέρας ἡ πόλις ὅλη εἶναι ἰδική σας, καὶ ὅ,τι συλήσητε καὶ εὕρητε χρυσὸν ἢ ἄργυρον ἢ φόρεμα καὶ αἰχμαλώτους ἄνδρας, γυναῖκας, μικροὺς καὶ μεγάλους, οὐδεὶς θὰ δυ»νηθῇ νὰ σᾶς τὰ ζητήσῃ ἢ νὰ σᾶς ἐνοχλήσῃ εἰς οὐδέν.»
Ἀφοῦ δὲ ἐτελείωσε ταῦτα ὡρκίσθη εἰς τὴν βέβηλον αὐτοῦ θρησκείαν νὰ φυλάξῃ τὸν ὅρκον αὐτοῦ. Οἱ δὲ Τοῦρκοι, ἀκούσαντες ταῦτα, ἐχάρησαν ὑπερβολικῶς, καὶ μὲ μίαν φωνὴν ἀνέκραξαν ὅλοι κατὰ τὴν Τουρκικὴν γλῶσσαν· «Ἀλλάχ, Ἀλλάχ, Μεεμὲτ ῥεσούλ Ἀλάχ»· τὸ ὁποῖον ἐξηγούμενον δηλοῖ, «ὁ Θεὸς τῶν Θεῶν καὶ ὁ Μωάμεθ ὁ προφήτης.» Ἔντρομοι ἀκροάζονται οἱ πολιορκούμενοι, τὴν φωνὴν ταύτην, ἥτις διαχέεται ὡς μέγας ἦχος θαλάσσης. Τὴν ἄλλην λοιπὸν ἡμέραν πόλεμος ἔμελλε νὰ συγκροτηθῇ κατά τε ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν.
ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Ἀριθμηθέντων τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβῶν εὑρέθησαν εἷς πρὸς πεντακοσίους βαρβάρους. Ὁ Αὐτοκράτωρ προστάσσει ὅπως ἐξέλθωσι μετὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων εἰς λιτανείαν ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, μοναχοί, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία. Οὗτοι δὲ περιερχόμενοι τὴν πόλιν ἔκραζον μετὰ δακρύων, τό, Κύριε ἐλέησον! καὶ ἱκέτευον τὸν Θεόν, ἵνα μὴ διὰ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν παραδώσῃ αὐτοὺς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν ἀνόμων καὶ ἀποστατῶν καὶ πονηροτάτων παρὰ πᾶσαν τὴν γῆν. Οἱ δὲ ἐν τοῖς ὅπλοις μετὰ δακρύων παρεθάῤῥυνον ἀλλήλους, ὅπως ἀντισταθῶσιν ἀνδρείως κατὰ τῶν βαρβάρων ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς συμπλοκῆς. Ὁ Αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος συγκαλέσας κατὰ τὴν ὀδυνηρὰν ἐκείνην ἑσπέραν τῆς Δευτέρας πάντας τοὺς ἄρχοντας καὶ ἀρχομένους, καὶ Δημάρχους καὶ ἑκατοντάρχους καὶ ἄλλους προκρίτους και στρατιώτας, καὶ ἅπαντα τὸν λαὸν ἐδημηγόρησε πρὸς αὐτοὺς τὴν ἑπομένην δημηγορίαν, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς μᾶς διέσωσαν τὰ Χρονικὰ τοῦ Φραντζῆ.
«Ὑμεῖς, εὐγενέστατοι ἄρχοντες, καὶ ἐκλαμπρότατοι Δήμαρχοι καὶ στρατηγοί, καὶ γενναιότατοι συστρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ στρατηγοί, καὶ γενναιότατοι συστρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶτίμιος λαός! Ἠξεύρετε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα, καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς Πίστεως ἡμῶν θέλει στενοχωρήσει ἡμᾶς μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς, καὶ μετὰ πάσης δυνάμεως καὶ τέχνης θέλει δώσει πόλεμον ἡμᾶς σφοδρὸν διὰ συμπλοκῆς καὶ συῤῥήξεως μεγάλης ἐκ τῆς ἤπειρου καὶ τῆς θαλάσσης, ὅπως, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις ἐκχύσῃ τὸ φαρμάκιον καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο σᾶς »λέγω καὶ σᾶς παρακαλῶ ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Πίστεως ἡμῶν. Ἰδοὺ σᾶς παραδίδω τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην Πόλιν, τὴν πατρίδα ἡμῶν καὶ Βασιλεύουσαν τῶν πόλεων! Γνωρίζετε καλῶς, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσαρας λόγους, ὀφείλομεν πάντες ὁμοφώνως νὰ προτιμήσωμεν τὸν θάνατον ἢ τὴν ζωήν· πρῶτον μὲν, ὑπὲρ τῆς Πίστεως καὶ εὐσεβείας ἡμῶν· δεύτερον, ὑπὲρ »τῆς Πατρίδος· τρίτον ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως σας, ὡς χριστοῦ Κυρίου· καὶ τέταρτον ὑπὲρ τῶν συγγενῶν καὶ φίλων ἡμῶν. Λοιπόν, ἀδελφοί, ὑπὲρ ὁποιουδήποτε τῶν τεσσάρων τούτων, ὀφείλομεν ἕως θανάτου νὰ ἀγωνισθῶμεν· καὶ τόσῳ μᾶλλον, καθόσον, ὡς ἐναργῶς βλέπετε, μέλλομεν νὰ στερηθῶμεν ὅλων, ἐὰν διὰ τὰς ἰδικάς μου ἁμαρτίας παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὴν νίκην εἰς τοὺς ἀσεβεῖς, καὶ ὡς ἐκ τούτου κινδυνεύσῃ ἡ Ἁγία ἡμῶν Πίστις, ἣν ὁ Χριστὸς τῷ οἰκείῳ αὑτοῦ αἵματι ἐδωρήσατο ἡμῖν· αὐτὴ ἡ Πίστις, ἥτις δι’ ἡμᾶς εἶναι πάντων κεφάλαιον. Ἐπειδὴ ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ τις, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὑτοῦ, τί τὸ ὄφελος;—Δεύτερον δὲ στερούμεθα οὕτω Πατρίδος περιφήμου, καὶ ἐλευθερίας, καὶ ἑπο»μένως βασιλείας, τῆς ποτὲ περιφανοῦς, νῦν δὲ τεταπεινωμένης. Τέλος πάντων στερούμεθα φιλτάτων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν. »Αὐτὸς ὁ ἀλιτήριος Ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον, ἀφοῦ ἐλθὼν μᾶς ἠπείλησε, καὶ δὲν ἔπαυσε πολιορκῶν ἡμᾶς ἡμέραν καὶ νύκτα μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ δυνάμεως, ἂν καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πολλάκις αἰσχρῶς ἄχρι τοῦ νῦν ἐκ τῶν τειχῶν ἀπεπέμφθη. Τώρα δὲ, ἀδελφοὶ, μὴδειλιάσητε, διότι ἔπεσεν ὀλίγον τεῖχος ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν κρουσμάτων τῶν πυροβόλων, διότι, ὡς βλέπετε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιωρθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς γὰρ πᾶσαν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν ἀνεθέμεθα, ἐκεῖνοι δὲ εἰς τὰ ὅπλα· ἡμεῖς ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, ἐκεῖνοι δὲ εἰς ἵππους καὶ δύναμιν καὶ πλῆθος. Ἀλλὰ προσέτι ἐλπίζομεν καὶ εἰς τὰς χεῖράς μας καὶ εἰς τὴν ῥωμαλεότητά μας, ἣν ἡ θεία δύναμις ἐδωρήσατο ἡμῖν. ……………………..
ΕΝ ΤΗ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΕΛΕΤΗ
Απόσπασμα
Ὁ Αὐτοκράτωρ δισελπιστῶν ἤδη περὶ τῆς σωτηρίας τῆς πόλεως, ἀποφασισμένος ὅμως νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν Ἀναγέννησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος, ἀφοῦ περιῆλθε τὰς ἐπάλξεις καὶ τὰ φρούρια καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι πάντα εἶχον ἐν τάξει, εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν συνωδευμένος ἀπὸ πολλοὺς στρατηγοὺς καὶ ἱερεῖς καὶ ἀναρίθμητον πλῆθος λαοῦ, φωνάζοντος τὸ, Κύριε ἐλέησον! Ὁ ἦχος τῶν κλαυθμῶν καὶ ἡ βοὴ τῶν γυναικείων θρήνων καὶ αἱ φωναὶ τῶν παίδων κατεσκέπαζον τὰς δεήσεις τῶν διακόνων, οἵτινες ἐνώπιον τῆς ὡραίας Πύλης ἱστάμενοι, τὴν τελευταίαν ἤδη ἀνέπεμπον ἱκεσίαν ἐν τῷ Ναῷ τῆς Ἁγίας Σοφίας, «Ὑπὲρ τοῦ καθυποτάξαι ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν Ὀρθοδόξων πάντα ἐχθρὸν καὶ πολέμιον.» Σύνολος ἡ κύκλῳ σκηνὴ ἐνέπνεε λύπην, πένθος, μελαγχολίαν· αἱ καρδίαι πάντων ἦσαν κατατεπιεσμέναι, ὡσανεὶ ἐτελεῖτο ἡ Νεκρώσιμος Κηδεία ὁλοκλήρου Γένους.
Ἐφαίνετο ὅτι ἡ ζωὴ πάντων τῶν περιεστώτων ἦτο περιωρισμένη ἐντὸς μόνον τῆς διαρκείας ἐκείνης τῆς Εὐχαριστίας, καὶ ὅτι ἑκάστη συλλαβὴ ἐξερχομένη τοῦ στόματος τῶν ἱερέων ἦτο νέον βῆμα πρὸς τὴν προκειμένην Ἄβυσσον.
Ὅτε δὲ ἐτονίζετο τὸ Κοινωνικόν, σχίζονται αἰφνιδίως οἱ ὄχλοι, οἱ σωματοφύλακες ἀναμερίζουσιν, ὁ δὲ Αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος περιβεβλημένος τὰ Αὐτοκρατορικά, ἀλλὰ φεῦ! πενιχρὰ καὶ τετριμμένα ἱμάτια, προβαίνει πρὸς τὸ ἅγιον βῆμα ἀσκεπής, κατηφὴς καὶ μετὰ δεδακρυσμένων ὀφθαλμῶν. Οἱ στεναγμοὶ παύουσιν, ὁ θόρυβος σιγάζει· εἰς ὅλον ἐκεῖνον τὸν ἀπέραντον ναὸν δὲν ἀκούεται εἰμὴ μόνον ἡ φωνὴ τοῦ ἱερέως, προσκαλοῦντος τοὺς Χριστιανούς, ἵνα μετὰ πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθωσιν. Ὁ Αὐτοκράτωρ νοερῶς ἐπὶ πολλὴν ὥραν προσεύχεται· Κύριος οἶδε, τίνα λιτήριον καὶ Πατριωτικὴν προσευχήν· προσπίπτει τρὶς ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος καὶ τῆς Θεομήτορος, ἀναχαιτίζων τοὺς λυγμούς, οἵτινες ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν ἀνέβαινον ἀπὸ τῆς καρδίας του· ἔπειτα στραφεὶς πρὸς τὸν λαὸν ἀναβοᾷ γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ· «Χριστιανοί, συγχωρήσατε τὰς ἁμαρτίας μου, καὶ ὁ Θεὸς ἂς συγχωρήσῃ τὰς ἰδικάς σας.» Παραλαβὼν δέ, ὡς ἔθος, ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ἀρχιερέως τὰ ἄχραντα μυστήρια μεταλαμβάνει αὐτῶν. Ὅλοι δὲ ἐν μιᾷ φωνῇ καὶ καρδίᾳ ἐφώναξαν· «Ἔσο συγκεχωρημένος!»
Η ΕΦΟΔΟΣ (Απόσπασμα)
Περὶ δευτέραν ἀλεκτοροφωνίαν ἄρχεται ἡ γενικὴ συμπλοκὴ ἀλαλαζόντων φρικωδῶς τῶν βαρβάρων καὶ τῶν πέριξ ὀρέων ἀντιβοώντων. Ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες ἡρωϊκῶς καὶ ἀταράχως ἀντιταττόμενοι, κρημνίζουσιν ἀπὸ τὰ τείχη τοὺς ἐφορμῶντας καὶ ἐπιτυγχάνουσι νὰ θραύσωσι τὰς κλίμακας καὶ τὰς ἄλλας μηχανὰς τῶν Τούρκων, προξενήσαντες μεγάλην θραῦσιν εἰς αὐτούς. Ἅμα δὲ ηὔγασε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ οἱ ἀστέρες ἐγίνοντο ἀφανεῖς, ὁλόκληρος ἡ πόλις ἐφάνη περικυκλωμένη ὑπὸ τῶν Τούρκων ὡς ὑπὸ σχοινίου συσφιγγομένου, ὅπως πνίξῃ αὐτήν. Φρικώδης ἦχος τῶν κεράτων, τῶν σαλπίγγων καὶ τῶν κυμβάλων μιγνυόμενος μὲ τοὺς ὠρυγμοὺς τῶν ἐφορμῶντων ἐπλήρωνε τὴν ἀτμοσφαῖραν. Αἱ κανονοστοιχίαι ἐκανονιοβόλουν διὰ μιᾶς· καὶ συγχρόνως ἤρξατο ἡ ἔφοδος ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ἡ μάχη ἦτο φρικαλέα· ἐπὶ δύο ὥρας ἐπάλαιον μανιωδῶς, ὁ δὲ ἐχθρὸς δὲν ἐδύνατο οὐδόλως νὰ προχωρήσῃ. Αἱ κλίμακες ἀναβαίνουσι καὶ καταβαίνουσιν ἀδιακόπως· καὶ βέλη ῥίπτονται κατὰ τῶν ἐν τοῖς Πύργοις, καὶ τὰ κανόνια βροντῶσιν ἀδιακόπως, ἐνῷ τὰ τῶν λίθων ἐκ τῆς πόλεως ἀφετήρια κατέφθειρον πλείστους τῶν ἐναντίων Ἀγαρηνῶν. Αἱ κατασκευασθεῖσαι μηχαναὶ ἐκαίοντο, ἐνῷ τὰ τῶν λίθων ἐκ τῆς πόλεως ἀφετήρια κατέφθειρον πλείστους τῶν ἐναντίων Ἀγαρηνῶν. Αἱ κατασκευασθεῖσαι μηχαναὶ ἐκαίοντο, αἱ κλίμακες συνετρίβοντο, αἱ δὲ ἀναβάθραι ἐκρημνίζοντο μετὰ τῶν ἀναβαινόντων. Οἱ ἐναντίοι, ἐκ τοῦ κόπου καὶ τῆς ἀντιστάσεως ἀπηυδησμένοι, μικρὸν ἔλειψε νὰ ὀπισθοδρομήσωσιν, ἀφίνοντες εἰς τοὺς πολιορκουμένους καύχημα νίκης καὶ σωτηρίας.
Ἀλλ’ αὕτη ἡ πρώϊμος ἀντίστασις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξε παρὰ νὰ ἐξαγριώσῃ περισσότερον τὴν ἀγρίαν ψυχὴν τοῦ Μωάμεθ, ὅστις περιστρέφων τὴν σπάθην δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, ἄλλους μὲν τῶν δειλῶν ἔσφαζεν, ἄλλους δὲ ἐπλήγωνε θανατηφόρως. Οἱ δὲ Τσαούσιδες καὶ Ῥαβδοῦχοι μετὰ ῥάβδων σιδηρῶν καὶ βουγεύρων ἐκτύπων τοὺς στρατιώτας διὰ νὰ μὴ δίδωσι νῶτα εἰς τοὺς ἐχθρούς. Μετ’ ὀλίγον δὲ οἱ Τοῦρκοι βοῶντες μέχρις οὐρανοῦ καὶ ἐνθαῤῥύνοντες ἀλλήλους δι’ ὅρκων ἤρχισαν πάλιν νὰ ἀναβαίνωσιν εἰς τὰ τείχη· τολμηροὶ δέ τινες καὶ ἰσχυροὶ πατοῦντες ὁ εἷς ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ ἄλλου, καὶ ἄλλος ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐσχημάτισαν πυραμίδα, φθάσασαν μέχρι τῶν τειχῶν. Ἀφοῦ δ’ οἱ βάρβαροι ἀνέβησαν εἰς τὰ τείχη συνέβη μάχη ἰσχυρὰ καὶ πολλοὶ ἐφονεύοντο ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, οἱ δὲ λληνες ἤρχισαν νὰ πιέζωνται ἐκ τοῦ πλήθους. Ἀλλ’ ἐνταῦθα Θεόφιλος ὁ Παλαιολόγος καὶ Δημήτριος ὁ Κατακουζηνὸς προπηδήσαντες θαῤῥαλέως ἐκρήμνισαν ἐκ τῶν τειχῶν τοὺς Ἀγαρηνοὺς καὶ διεσκόρπισαν αὐτούς. Εὑρεθεὶς δὲ τότε ὁ Αὐτοκράτωρ ἐκεῖ ἔφιππος ἐνεθάῤῥυνεν αὐτοὺς λέγων· «Ἀδελφοί μου καὶ συστρατιῶταί μου, στῆτε ἀνδρείως σᾶς παρακαλῶ, διὰ δὲ τότε ὁ Αὐτοκράτωρ ἐκεῖ ἔφιππος ἐνεθάῤῥυνεν αὐτοὺς λέγων·
«Ἀδελ»φοί μου καὶ συστρατιῶταί μου, στῆτε ἀνδρείως σᾶς παρακαλῶ, διὰτοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ! Βλέπω, ὅτι τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν δειλιάζει καὶ ὀλίγον διασκορπίζεται, ἐπειδὴ δὲν ἔρχονται κατὰ τὴν τάξιν καὶ συνήθειαν αὐτῶν. Ἀδελφοί μου, στῆτε ἀνδρείως καὶ ἐλπίζω εἰς τὸν Θεόν, ὅτι ἡ νίκη εἶναι ἰδική μας, καὶ ἰδικός σας ὁ πολύτιμος στέφανος· ὄχι ὁ φθαρτὸς καὶ γήϊνος, ἀλλὰ ὁ ἐπουράνιος· ὁ Θεὸς πολεμεῖ ὑπὲρ ἡμῶν! Ἰδοὺ τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβῶν κατέχεται ὑπὸδειλίας.»
Ἐνῷ δὲ ὁ Αὐτοκράτωρ ἔλεγε ταῦτα καὶ ἐνεθάῤῥυνε τοὺς στρατιώτας, ἐπληγώθη ὁ στρατηγὸς Ἰουστινιανὸς εἰς τὸν δεξιὸν πόδα κατὰτὸ σκέλος. Ὁ φύσει εὔτολμος Ἰουστινιανὸς δειλιᾷ, ἀψυχεῖ καὶ πρὸς τὴν θέαν τοῦ ἐκ τοῦ σώματος αὐτοῦ χυνομένου αἵματος ὅλος ἀλλοιούμενος καὶ ὠχριῶν ἐγκατέλειπε τὴν στρατηγικὴν αὑτοῦ θέσιν, λησμονῶν τὴν παρελθοῦσαν δόξαν καὶ μὴ ἀναλογιζόμενος τὴν μέλλουσαν αἰσχύνην· οἱ δὲ περὶ αὐτὸν Γενουήνσιοι βλέποντες αὐτὸν ἀναχωροῦντα ἐδειλίασαν· ἡ φυγὴ αὐτοῦ διέχυσε τὴν ἀθυμίαν μεταξὺτῶν στρατευμάτων. Ὁ Αὐτοκράτωρ φθάσας ἐπὶ τοῦ τόπου καὶ βλέπων τοὺς στρατιώτας ἐμφόβους, τὸν δὲ Ἰουστινιανὸν φεύγοντα, εἶπεν·……
ΑΛΩΣΙΣ. (απόσπασμα)
Οἱ Τοῦρκοι ἀφήσαντες τὰ τείχη εἰσήρχοντο ἤδη διὰ τῆς πύλης εἰς τὴν πόλιν πατοῦντες ὁ εἷς τὸν ἕτερον. Τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων ἠκούσθη φωνὴ ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν καὶ ἐκ τοῦ λιμένος, ὅτι ἐκυριεύθη ἡ πόλις· ἡ δὲ φωνὴ αὕτη τοὺς μὲν Χριστιανοὺς κατετρόμαξε τοὺς δὲ Τούρκους ἐνεθάῤῥυνεν. Οἱ βάρβαροι φρικωδῶς ἀλαλάξαντες εἰσήρχοντο ἤδη διά τε τῆς πύλης καὶ τῶν τειχῶν εἰς τὴν πόλιν. Ὁ Αὐτοκράτωρ θεωρῶν ταῦτα τρέχει πρὸς τὴν πύλην καὶ ὁρμήσας μὲν τοὺς περὶ αὐτόν, ὅπου οἱ Τοῦρκοι εἰσήρχοντο πολυαριθμότεροι, καὶ βρυχώμενος ὡς λέων, καὶ τὴν ῥομφαίαν ἔχων ἐσπασμένην εἰς τὴν δεξιάν, πολλούς τῶν πολεμίων ἀπέσφαξε. Τὸ αἷμα ἔῤῥεε ποταμηδὸν ἐκ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν καὶ τῶν ἱματίων αὐτοῦ· καὶ πάντοτε κτυπῶν καὶ κτυπώμενος φωνάζει· «Ἀδελφοί Χριστιανοί, ἀδελφοί Έλληνες, ἐμπρός· Τὴν Ἐλευθερίαν ἢ τὸν Θάνατον.» Ὁ Δὸν Φραγκῖσκος ὁ ἐκ Τολέδης τυχὼν εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Αὐτοκράτορος μετὰ τοῦ στόματος καὶ τῶν ὀνύχων τοὺς πολεμίους ἔκοπτε· Θεόφιλος δὲ ὁ Παλαιολόγος βλέπων τὸν Αὐτοκράτορα μαχόμενον καὶ τὴν πόλιν κινδυνεύουσαν μετὰ κλαυθμοῦ μεγαλοφώνως ἀνέκραξε· «Θέλω νὰ ἀποθάνω μᾶλλον παρὰ νὰ ζῶ,» καὶ ὁρμήσας εἰς τὸ μέσον τῶν ἐχθρῶν, ὅσους ἀπήντησεν, ἀπέσφαξεν. Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Δαλμάτης καὶ ἄλλοι στρατιῶται μετ’ ἀπελπισίας ἐμάχοντο. Συμπλακέντες δὲ δὶς καὶ τρὶς ἐφονεύθησαν ἅπαντες. Ὁ δὲ Αὐτοκράτωρ μείνας μόνος καὶ θεωρῶν ἄφευκτον τὸν θάνατον ἀνέκραξε· «Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ εἷς Χριστιανός, ὅστις νὰ λάβῃ τὴν κεφαλήν μου;» Οὐδεὶς Χριστιανὸς ὑπῆρχε ζωντανὸς πλησίον αὐτοῦ. Δὲν ἦτο ἄλλο πάρεξ πτώματα Χριστιανῶν! πάραυτα δὲ ἐξιφοκτονήθη ὑπὸ δύο Τούρκων, ἐξ ὧν ὁ μὲν εἷς ἐκτύπησεν αὐτὸν εἰς τὸ πρόσωπον, ὁ δὲ ἄλλος εἰς τὸν ὦμον· ἀπέθανε δὲ παρὰ τὸ τεῖχος τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τὸ τεσσαρακοστὸν ἔννατον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, εὐσεβὴς καὶ φιλογενής, ὥσπερ καὶ ἐβιώσατο…..
Πλήρες Βιβλίο : Εδώ
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη : Εδώ
![]()

Επιμέλεια ψηφιοποίησης και ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος