Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ

        Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865–1922), από τις κορυφαίες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αφιέρωσε το έργο του στην απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Αξιωματικός Υγειονομικού (Γενικός Αρχίατρος), Ιατρός στο ατμόπλοιο ΑΘΗΝΑΙ (1891-1895), γνώρισε από κοντά τη ζωή των ανθρώπων σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου. Οι εμπειρίες που αποκόμισε από την ιατρική του υπηρεσία, τα ταξίδια του και την επαφή του με τις τοπικές κοινωνίες εμπλούτισαν τη συγγραφική του ματιά και προσέδωσαν αυθεντικότητα στις περιγραφές και τους χαρακτήρες των έργων του.

       Με οξυδερκή παρατηρητικότητα και βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχής, κατέγραψε τις χαρές και τις δοκιμασίες των ανθρώπων της υπαίθρου, των νησιών και της θάλασσας. Αν και είναι κυρίως γνωστός για την ηθογραφική και κοινωνική διάσταση των έργων του, στις σελίδες του αναδεικνύεται και μια άλλη, ιδιαίτερα σημαντική πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης: ο έρωτας. Άλλοτε ως δύναμη δημιουργίας και ελπίδας, άλλοτε ως πηγή πόνου, σύγκρουσης ή θυσίας, ο έρωτας διαπερνά τα έργα του Καρκαβίτσα και φωτίζει τις βαθύτερες πτυχές των ηρώων του. Η μελέτη της παρουσίας του έρωτα στο έργο του μεγάλου πεζογράφου αποκαλύπτει όχι μόνο τη λογοτεχνική του δεξιοτεχνία, αλλά και την ευαισθησία με την οποία προσέγγισε τα διαχρονικά ανθρώπινα αισθήματα.

Ο Έρωτας στα έργα του Ανδρέα Καρκαβίτσα.

         Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας προσεγγίζει τον έρωτα όχι ως ρομαντικό ιδεώδες, αλλά ως μια τυφλή δύναμη, ένα παιχνίδι συμφερόντων και μια παγίδα, που υποτάσσεται στην κοινωνική πραγματικότητα. Στο έργο του, το πάθος συχνά συγκρούεται με την ηθική, την παράδοση και το χρήμα. Αντιμετώπισε τον έρωτα τόσο στη λογοτεχνία, όσο και στην προσωπική του ζωή με ρεαλισμό, συνδυάζοντας το πάθος με τα εμπόδια, που προκύπτουν από τις κοινωνικές προκαταλήψεις – όπως η υποχρέωση του άνδρα να μην παντρευτεί αν δεν αποκατασταθούν οι ανύπανδρες αδελφές του – η κοινωνική και οικονομική διαφορά ανάμεσα στα δύο άτομα, η λεγόμενη «ηθική» της κοπέλας.

     Στην προσωπική του ζωή, βίωσε έναν άτυχο νεανικό έρωτα για την Ιολάνθη Βασιλειάδη, για χάρη της οποίας γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αυτή η κοπέλλα φέρεται, ότι αποτέλεσε την κύρια πηγή έμπνευσης για τη θρυλική ηρωίδα στο πασίγνωστο μυθιστόρημά του «Η Λυγερή», Μοιάζει περισσότερο με μια εξομολόγηση, που ανασαίνει ανάμεσα στη μνήμη και την απώλεια, μια παραδοχή, πως η αγάπη μπορεί να γίνει ο πιο βαθύς τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του. Η αγάπη ξεπερνά το χρόνο και τις εποχές, εγκαθίσταται μέσα στην καθημερινότητα. Ο ίδιος έχει αποτυπώσει τη σύγκρουση του έρωτα με τα ιδανικά του σε επιστολή του, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Η αγάπη προς την γυναίκα είναι τρέλα· η αγάπη προς την πατρίδα είναι το καθαυτό ιδανικόν της ψυχής».

      Στα λογοτεχνικά του έργα, ο έρωτας σπάνια παρουσιάζεται ως ένα απλό, ρομαντικό ειδύλλιο. Αντίθετα, αντιμετωπίζεται με τις πραγματικές και συχνά σκληρές του διαστάσεις. Στη Λυγερή (1896) ο έρωτας συγκρούεται με τις κοινωνικές προκαταλήψεις, τη μοίρα και τον αγώνα της επιβίωσης στην ελληνική ύπαιθρο. Δεν εξιδανικεύει τους εραστές· τους παρουσιάζει ρεαλιστικά, με αδυναμίες, εγκλωβισμένους στις προκαταλήψεις και τη μοίρα τους η ηθική και η αγνότητα της γυναίκας δεν προβάλλονται ως έμφυτες ηθικές αξίες, αλλά συχνά ως οικονομικό, ή κοινωνικό προϊόν.

    Οι συνθήκες, που επικράτησαν και δώσανε στον Καρκαβίτσα την ευκαιρία να γράψει σε νεανική ηλικία το μυθιστόρημα αυτό δίνονται από τον ίδιο, όταν το 1888 έμαθε, ότι η αγαπημένη του Γιούλη τελικά παντρεύτηκε κάποιον πλούσιο Αθηναίο, δεν ξαναερωτεύτηκε ούτε και παντρεύτηκε. Το χτύπημα αυτό ήταν για τον Καρκαβίτσα αξεπέραστο. Το πώς έβλεπε τον έρωτα αποτυπώνεται στο παρατιθέμενο κείμενό του.

 

Sep

 

Χωρίς αγάπη

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ .

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΣΤΙΑ, έτος 16, τεύχος 19, 1891. (Αναπροσαρμόσθηκε η ορθογραφία και χρησιμοποιήθηκε το μονοτονικό).

«Μυστική γραφή.

 O Πέτρος Πάλλας, ο φίλος μου, έστειλέ μου προχθές αυτή την παράξενη γραφή:

 «Ας ανοίξω κι εγώ μια φορά την καρδιά μου, την αληθινή καρδιά μου σ’ εσένα. Ας σου δείξω κι εγώ την εικόνα, την πιστή και ακριβή εικόνα του νου και της ψυχής μου όλης. Το ξεύρω· θα σου φανεί παράξενη, πρωτοφανής, ασύλληπτη και εις τον λογισμόν ακόμη. Μη διστάσεις όμως να την παραδεχθείς, να την πιστεύσεις. Πολλές φορές βλέπεις εις τον ουρανόν κάτι χρώματα, κάποιους λαμπρούς συνδυασμούς νεφών και συλλογίζεσαι, ότι αν τους έβλεπες εις πίνακα ζωγράφου, ποτέ δεν θα τους εδέχεσο ως υπαρκτούς. Κι εν τούτοις υπάρχουν· και τους βλέπεις και τους θαυμάζεις. Έτσι και η εικών την οποίαν θα σου δώσω, πιθανόν να μην είναι συνήθης· είναι όμως και μη γελάσεις όταν την ιδείς.

 »Όσα θα σου γράψω τώρα τα αισθάνομαι μέσα μου χρόνους και καιρούς. Το σαράκι, που έχω στην καρδιά μου δουλεύει ακοίμητο από παλαιά εποχή, παλαιοτέρα και της γνωριμίας μας. Θα ειπείς πώς δεν το εξεστόμισα ποτέ; Πώς δεν με άκουσες να βογκήξω; Πώς δεν με είδες να ριφθώ αποκαμωμένος στην αγκαλιά σου και να κλαύσω, να κλαύσω σαν τη χήρα γυναίκα; Διότι δεν ήθελα – σου λέγω τώρα – ναι, διότι δεν ήθελα! Εκείνος, που στενάζει διότι αγαπά ευρίσκει πολλούς, όλους ημπορώ να πω, προθύμους ν’ ακούσουν τους στεναγμούς του, να συγκινηθούν εις τας θλίψεις του. Ποίος όμως θ’ ακούσει, ναι, ποίος θα εννοήσει εκείνον, που στενάζει, που φλέγεται, που πεθαίνει διότι δεν αγαπά;

»Ναι, εγώ δεν αγαπώ· δεν αγάπησα ποτέ μου! Εικοσιπέντε χρονών παλικάρι τώρα – ακούς εσύ; – και δεν εδέχθηκα κι εγώ μια φλογερή σαϊτιά από το παιδί της Αφροδίτης. Δεν μ’ εγλυκόσφαξε με τη ματιά της, ούτε μ’ εσκλάβωσε με τ’ ανάστημά της μια λυγερή! Σεις, που αργοψήνεσθε στου έρωτος την φλόγα· σεις, που ταλανίζεσθε στης αγάπης τα βρόχια ημέρα νύκτα·, που λιώνετε σαν το κηρί, που μαραγκιάζετε σαν το μήλο οπ’ έχετε καμίνι άσβεστο μέσα σας και κάθε ανασασμός σας καίει, σαν το λιοβόρι·, που γυρεύετε μιας στιγμής ησυχία και δεν την βρίσκετε, μιας ώρας ύπνο και δεν τον έχετε, ενός λεπτού γαλήνη, ξαστεριά γύρω και δεν την βλέπετε, τώρα σ’ αυτά μου τα λόγια θα ζηλεύσετε και θα πείτε: Ευτυχισμένος εσύ! Μα εγώ σας λέγω: Όχι· δυστυχισμένος εγώ! καταραμένος εγώ! Να τα στήθια μου, τ’ ανοίγω. Ας έλθει η σαΐτα και να την αρπάξω με τα δύο μου χέρια να την σύρω βαθιά, ακόμη βαθιά ως στα φυλλοκάρδια. Να την ψυχή μου, την ύπαρξή μου όλη, όλο μου το εγώ εις τα χέρια της λυγερής να το κομματιάσει κι εγώ να καμώνομαι, να τ’ αλυσοδέσει κι εγώ να φιλώ την αλυσίδα μ’ ευγνωμοσύνη. Μα πού! Εχάθηκαν οι λυγερές για μένα, εσκούριασαν οι σαΐτες. Τι ήτο το Σινικόν τείχος εμπρός στην καρδιά μου; ένα καρυδόφλουδο!…

 »Μια φορά – είναι πέντε χρόνοι τώρα – μου έδωκεν ο φίλος μου το Λεύκωμά του κάτι να του γράψω κι εγώ. Πριν γράψω άρχισα να το ξεφυλλίζω. Πολλά φύλλα ήσαν γραμμένα. Πολλοί άνδρες και πολλαί γυναίκες, καθένας με τον χαρακτήρα του, καθεμία με την ιδιοτροπίαν της· άλλη με δανεικάς, άλλος με ατομικάς ιδέας· άλλος εις πεζόν, άλλη εις στίχους έγραφαν εκεί ξύλα κούτσουρα. Όλοι όμως έγραφαν διά την Αγάπην. Εστέναζεν ο ένας, απ’ εκεί ηγάλλετο ο άλλος, παρέκει παρεπονείτο ο τρίτος. Άλλα πάντα το κύριον σημάδι ήτο η Αγάπη. Και το Λεύκωμα ομοίαζε με ένα ναόν γεμάτον κόσμον και εις διάφορον στάσιν καθένας, υπό ποικίλην ενδυμασίαν και μορφήν και έκφρασιν, αλλ’ όπου όλοι και ο γονατιστός και ο όρθιος και η γυναίκα και ο άνδρας δέονται εις ένα μεγάλον Θεόν.

»Εγώ επείσμωσα. Επήρα την πέννα κι έγραψα εις ένα φύλλο: Η αγάπη προς την γυναίκα είναι τρέλα· η αγάπη προς την πατρίδα είναι το καθαυτό ιδανικόν της ψυχής. Κι ενθυμούμαι, ότι την έγραψα με χονδρά, μεγάλα, ανοικτά γράμματα την ομολογίαν μου εκείνην, ως να ήθελα και μ’ αυτά να φανερώσω την χαράν μου, την άμετρον, διότι εξεδικούμην ούτω την Αγάπην, την μισητήν μου!… Μα έπειτα μετενόησα. Δισταγμός εισέδυσεν εις την ψυχήν μου από λεπτού εις λεπτόν μεγαλυνόμενος.

»Δεν λέγω με τούτο, ότι απηρνήθην την ομολογίαν μου εκείνην. Όχι· ποτέ. Την γυναίκα – οποιανδήποτε – δεν την κρίνω αξίαν διά στυλοβάτην. Εν άνθος φυτρώνει εις τον αγρόν. Είναι λυγηρό, χαριτωμένο, εύμορφο. Μοσχοβολά τόσον, που μεθάς εσύ. Δεν ηξεύρει όμως διατί μεθάς. Κάθεται επάνω του η πεταλούδα, η μέλισσα διά να τρυγήσει το μέλι του. Δεν αισθάνεται διατί η μέλισσα κάθεται επάνω του, τι γυρεύει απ’ αυτό. Γέρνει εδώ κι εκεί κατά το φύσημα του ανέμου. Και όταν το κόψεις εσύ και το βάλεις εις το ποτήρι, κάθεται εκεί μέχρις ου μαρανθεί. Έτσι είναι και η γυναίκα – και είθε να ήτο πάντα έτσι. Μα εγώ δεν θέλω το κυπαρίσσι το ψηλό, που έγινε διά τα σύννεφα, να γονατίζει εμπρός εις αυτό το άνθος, που εφύτρωσε διά το ποτήρι. Ο Ηρακλής προ της Ομφάλης δεν μου κινεί παρά τον οίκτον μόνον, τον θυμόν. Ο άνδρας επλάσθη διά τα μεγάλα, τα γιγάντεια· όχι διά την στάκτην. Να υπείκει εις της ψυχής τας ορμάς· όχι εις της καρδίας τους δειλούς κτύπους. Και όταν θυσιάζεται, η θυσία του να βαρύνει τα σύμπαντα. Τοιαύτη δε θυσία είναι μόνη η υπέρ πατρίδος θυσία…

»Αλλά… Ο Θωμάς έβαλε την χείρα εις τας πληγάς του Κυρίου και είδε και επίστευσεν. Η φύσις – η μεγάλη θεά – ελάλησεν εις τον άνθρωπον και ο άνθρωπος έκλινε ταπεινώς την κεφαλήν, ως έκλινε δειλός ο Άρης προ της Αφροδίτης

»Πόσον στενοχωρούμαι να το ομολογήσω! Πόσον η γλώσσα μου δένεται να το αρθρώσει και ο νους μου δεν θέλει να το συλλογισθεί και το χέρι μου αρνείται να το γράψει. Αλλά πρέπει να το είπω. Αφού μίαν φοράν απεφάσισα ν’ ανοίξω εις εσένα την καρδίαν μου, θα την ανοίξω διάπλατη. Ναι, παραδέχομαι, ότι η φύσις επέβαλεν εις το Σύμπαν την Αγάπην, ως απαραίτητον όρον της υπάρξεώς του. Όλα, όσα εν τω ουρανώ άνω και εν τη γη κάτω κι εν τοις ύδασιν, όλα πρέπει ν’ αγαπούν, διά να υπάρχουν. Πιστεύω, ότι όλα εις τον κόσμον κάθε ώραν και κάθε λεπτόν του χρόνου μυστικώς, είτε διατόρως φωνάζουν μεταξύ των: «Πού είσαι αγνή μου, περιστερά μου, τελεία μου;»… Εις κάθε ψόφον και εις κάθε ανασασμόν ενωτίζομαι τους αιώνας ψάλλοντας εν απογνώσει: «Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα τον βραχίονα σου!… Κραταιά ως θάνατος. Αγάπη!… Ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν… Και όταν τας νύκτας βλέπω τα άστρα με την ποικίλην έντασιν του φωτός των – διατί να το κρύψω; – μου φαίνονται τόσοι οφθαλμοί, εις τους οποίους ευρίσκω διάφορον έκφρασιν πόνου και χαράς, πάθους, ή ευφροσύνης διά την Αγάπην. Και ξεύρεις τι συλλογίζομαι;, ότι αν δεν πίπτουν εις το κενόν, αν κρατούνται εναερίως, συγκρατούνται από έλξιν, – όχι μαγνητικήν – αλλ’ από έρωτος έλξιν, η οποία τ’ αναγκάζει να φέρονται το εν όπισθεν του άλλου, ν’ αναζητώνται… Όλοι οι κόσμοι αγαπούν· και το μαμούδι αγαπά… Και ο άνθρωπος από της πρώτης ώρας της ζωής του, φέρει την αγάπην μέσα του, όπως και τα στοιχεία του αίματος, τ’ απαραίτητα διά την ύπαρξίν του.

»Κι εγώ έχω την Αγάπην μέσα μου. Θα ειπείς πώς το ξεύρω; Το ξεύρω διότι αισθάνομαι όλα τα μυστήριά της. Ρέπω ακράτητος εις τον θόρυβον και τον αλάλητόν της. Ακούω γύρω μου αχορτάστως τας οιμωγάς και τας ανακραυγάς, τους νεκρικούς καθώς και τους θριαμβικούς τόνους, όσοι από μυρίων στομάτων δι’ αυτήν εκπέμπονται. Δέχομαι κατάστηθα, ως κύματα αγρίου πελάγους τους παλμούς και τας προσδοκίας και τα όνειρα όλου του αγαπώντος κόσμου. Θρηνεί ο ένας εδώ, καίεται ο άλλος παρέκει, πεθαίνει ο τρίτος, γυρίζει μέσα εις ηλιοφώτιστο περιβόλι ο τέταρτος, φέρεται εις τ’ άγια κύματα του απελπισμού ο πέμπτος; Κι εγώ θρηνώ με τον πρώτον, καίομαι με τον δεύτερον, με τον τρίτον πεθαίνω, ευτυχώ με τον τέταρτον, απελπίζομαι με τον πέμπτον. Πάντα όμως γίνομαι ο άλλος. Ακούω:

Κατακαημένη μου καρδιά, βαθιά, που είν’ η πληγή σου.
Στον κάτω κόσμ’ ακούονται οι αναστεναγμοί σου.

»Και την βλέπω εκείνην την καρδιά εμπρός μου καταιματωμένην, καταπληγωμένην· ακούω τους φοβερούς εκείνους στεναγμούς της, που φθάνουν έως τον κάτω κόσμο. Μα δεν είναι δική μου αυτή η ευτυχισμένη καρδιά. Εγώ ο Πέτρος Πάλλας το σώμα μου, η ψυχή μου, να ζήσει, είτε ν’ αποθάνει έτσι, όχι· δεν το αισθάνομαι, δεν το ησθάνθην ποτέ αυτό. Η Αγάπη έμεινε μέσα μου, όση και κατά την πρώτην ώραν της υπάρξεώς μου. Μικρά, ατροφική ως κόκκος σίτου πίπτων εις στάκτην. Ανάθεμα την στάκτην! Αχ, ποίος ημπορεί να πει τα βάσανά μου! τα ιδικά μου βάσανα!…

»Ναι, ποίος ημπορεί να πει τα βάσανά μου, τα βάσανα εκείνου, που ζει χωρίς αγάπη; Κανείς. Όλοι οι άνθρωποι εις την αγάπη προσήλωσαν τα βλέμματά των. Κάθε γενεά βλέπει την μεγάλην εκείνην φλόγα, η οποία λαμπαδίζει ουρανομήκης απέναντι, φωτίζουσα και συντηρούσα τα σύμπαντα. Την βλέπει και τρέχει πλησίον της ακράτητος. Και πριν παρέλθει την αναρριπίζει διά να την εύρει ακόμη μεγάλην, ακόμη λαμπράν η επερχομένη γενεά. Ποίος όμως επρόσεξε ποτέ εις το θαμβό εκείνο κανδηλάκι, που καίει παραπονεμένο παράμερα και δεν έχει ειμή μίαν σταγόνα ελαίου ακόμη και κινδυνεύει να σβεσθεί; Όλοι οι ποιηταί, όλοι οι συγγραφείς κάθε λαού, κάθε φυλής και γλώσσης επρόσεξαν εις τους αγαπώντας. Εις τον μη αγαπώντα δεν επρόσεξαν. Δεν είπαν πως έχει και αυτός βάσανα.

»Και όμως έχει, έχει φοβερά βάσανα, που νους ανθρώπινος δεν τα φθάνει. Νεκροί, κάμετε τόπον!… Η φλόγα, εις την οποίαν είσαι συ, είναι το πύρινον άρμα, διά του οποίου ο Ηλίας ανήλθεν ολοζώντανος εις τον θεόν του. Μα η φλόγα, που βρίσκομαι εγώ είναι η μαύρη φωτιά, που παιδεύει στα κρύα Τάρταρα τους κολασμένους. Μεριάστε, κολασμένοι· μεριάστε!…

»Ανοστιά, ανοστιά!… Και ο αέρας άνοστος μου φαίνεται!

»Άκουσε να ιδείς. Να το περιβόλι· ανθοσπαρμένο, δροσοπεριχυμένο, ηλιοφώτιστο· σκιερό και φωτεινό μαζί· διά ζωή και διά θάνατο – όπως το θέλεις. Άνθη μοσχοβολούν, νεράκια τρέχουν, πουλιά κελαηδούν το μαμούδι βοΐζει… Μέσα εκεί βρίσκομαι κι εγώ· αλλά πόσο μακράν!… Το άρωμα και η θεωρία του άνθους· το λάλημα και η θεωρία του πουλιού· το μουρμούρισμα και το σπιθοβόλημα του νερού κτυπούν στ’ αυτιά μου, στα μάτια μου· μα στην καρδιά μου δεν αντικτυπούν

 »Να οι νιοι, να κι οι νιες. Σπιθοβολούν τα μάτια από φλόγα έρωτος· βροντοκτυπούν οι καρδιές από προσδοκία· τα κοράλινα χείλη σπαρταρούν για φιλήματα· οι αγκαλιές ανοίγονται, λαχταρίζουν να συγκλεισθούν ανίκητες· εις τα πρόσωπα πλανάται ο ίμερος, τα στήθη κατέχει ο πόθος· η θερμή ανατριχίλα τα κορμιά. Η αγάπη τρέχει στους δρόμους, στα μονοπάτια, στα παραπόρτια. Στα λιβάδια και στα ακροβούνια· στους αιγιαλούς και στα όρη· στις καλύβες και στα παλάτια

 »Μα εγώ τι κάμνω; Στέκω παράμερα με τα χέρια σταυρωμένα, με φλογερό βλέμμα, μα με κρύα καρδιά. Βλέπω τον θερμόν αυτόν ανεμοστρόβιλον, εις τον οποίον φέρεται το σύμπαν ακράτητον και ζηλεύω. Η ψυχή μου ανοίγεται όλη ως το άνθος εις τας ακτίνας του ηλίου. Έλα, αγάπη· σε θέλω… ελεημοσύνη! Όχι· η αγάπη περνά και ούτε βλέμμα μου ρίπτει. Ο λαμπρός ήλιος απαξιεί να ρίψει τας ακτίνας του εις τον Άδην! Η καρδιά μου βουβαίνεται.

»Αχ, μωρή καρδιά! Καρδιά μωρή!…

»Άκουσε, θέλεις και λόγια αγάπης; Λόγια, που ν’ αναπτερώσουν και αφορισμένου καρδιά· λόγια, που να φωτίσουν και κολασμένου συνείδηση; “Ψυχή μου, φως μου, μάτια μου… Η ζωή σου ζωή μου· η ψυχή σου ψυχή μου· εσύ εγώ, κι εγώ εσύ. Ποτέ να μη μου φύγεις, γιατί φεύγω από τον κόσμο… Να μη σε χάσω, γιατί χάνομαι, πεθαίνω!…” Και με σφίγγει και με φιλεί. Με φιλεί στα μάτια, στο στόμα, στο κορμί, στα πόδια. Ναι στα πόδια. Το όνομά της γλυκύτης άφατος· η φωνή της αρμονία· τα λόγια της κρυστάλλινα νερά, κατερχόμενα από του βράχου ενώπιον διψασμένου· ανασασμός της μόσχος· αι ματιές της Χερουβείμ να σε ανεβάσουν μέχρις εβδόμου ουρανού· πόδες της πόδες Νίκης· χείρες της κρίνα παρθενικά αποστάζοντα δρόσον και αρώματα. Γονατιστή εμπρός μου, κοντά στο ανθισμένο αγιόκλημα, κάτω από το λευκό φεγγάρι, με την άτακτη λευκή φορεσιά της, τα μακριά καστανά μαλλιά της ανάρριχτα στις πλάτες, ωσεί χλαμύς επ’ ώμων Σαούλ, το αρχοντικό παράστημά της μεγαλοπρεπές ως σύνολον ελληνικού ναού, το σώμα της το τέλειο, ως άγαλμα Πραξιτέλους, – θα εμάγευε και ασκητήν. Μα εγώ γελώ. Η καρδιά μου μένει βουβή. Εις το πρόσωπόν μου, εις τα χείλη μου πλανάται τοιούτος σαρκασμός, που αν μ’ έβλεπε, θα έφευγε τρομασμένη να πέσει στο πηγάδι. Φιλενάδα, φιλενάδα, πέσε στο πηγάδι καλύτερα παρά στην αγκαλιά μου!…

»Ο Πέτρος Πάλλας ο φίλος μου έκοπτεν εδώ τη γραφή του με πολλά αποσιωπητικά. Έπειτα άρχιζε πάλιν:

«Χωρίς αγάπη! Ποιος ζει χωρίς αγάπη: Μόνος εγώ. Μα ζω εγώ; Δεν ζω. H αδιάκοπος αυτή ανοστιά δεν είναι βίος. Να περνάς την ημέρα σου με το ράβε ξήλωνε· να περνάς τας νύκτας σου στο κρεβάτι ήσυχος, χωρίς πόθο, χωρίς όνειρο, χωρίς ελπίδα…Να εξυπνάς την αυγή και να μη σου λέγει τίποτε το χελιδόνι, που κελαηδεί στο παράθυρό σου· τίποτε η χαραυγή, που κτυπά το τζάμι σου… Να μη σου παρουσιάζει ο νους ευθύς με την πρώτη του ανάσταση μια ενθύμηση, ένα όνομα, ένα ζευγάρι μάτια, μια αγάπη τέλος, μια ψυχή, που ν’ αγαπάς περισσότερο από την ιδική σου, μια ζωή, που να λακταρίζεις; Τι βίος είναι αυτός; Μέσα εις αυτόν τον κόσμο, που ευρισκόμεθα αν δεν έχεις κάτι τι υπέρτερον του εαυτού σου· αν δεν ζητείς, αν δεν χάνεσαι, αν δεν τρώγεσαι, τι είσαι παρά Νεκροθάλασσα; Όχι εγώ δεν την θέλω αυτήν τη ζωή· αυτήν την ανοστιά την πετώ!

 »Δυστυχία, δυστυχία!… Μήπως ημπορώ να την πετάξω; Αγωνίζομαι, μα αδίκως. Ο Διογένης όταν είδε γυμνήν την Λαΐδα έμεινεν απαθής, ασυγκίνητος. Ο φιλόσοφος ήθελε να μείνει απαθής. Μα εγώ, που δεν θέλω να είμαι απαθής προ του κάλλους, αδιάφορος προς την αγάπην. Όχι· όλα τ’ απαρνούμαι και την ομολογίαν μου εκείνην την πετώ, την κλωτσοπατώ…. Δεν θέλω να είμαι το κυπαρίσσι το ψηλό, που έγινε διά τα σύννεφα. Καλύτερα να είμαι λαψανοβλάσταρο· θέλω να είμαι ταπεινό λαψανοβλάσταρο, φυτρωμένο εκεί, κάτω από το χαριτωμένο άνθος, να παίρνω το μοσχοβόλημά του, έστω και αν δεν χύνεται δι’ εμέ· να το αισθάνομαι να κλίνει προς εμέ, έστω και όταν το φύσημα τυχαίως το φέρει εκεί. Ναι, η ψυχή μου θέλει τον έρωτα· η καρδία μου δεν τον θέλει. Τάνταλε, έλα να μετρήσομε την δίψα μας· έλα δύστυχε κολασμένε να παραβάλομεν την φωτιά μας!…

»Πάλιν εδώ είχε τ’ αποσιωπητικά του ο φίλος μου. Έπειτα ετελείωνε την γραφή του με τα εξής:

«Συλλογίσου πως τώρα, που σου λέγω αυτά είναι άνοιξις. Οι παλαιοί λέγουν πως αυτήν την εποχή, όπως εις την γην αναζυμώνονται και αναβράζουν οι χυμοί και αναδίδονται έπειτα υπό διαφόρους μορφάς και χρώματα καθ’ όλην της την έκτασιν, ούτω αναζυμώνονται και του ανθρώπου οι χυμοί και κατά την ιδιοσυγκρασίαν του καθένας αναδίδει τα αισθήματά του. Αργότερα κι εγώ θα εντρέπομαι, που σου τα έγραψα…»

Ο Πέτρος Πάλλας ο φίλος μου εδώ ετελείωνε. Πολλήν ώραν εστάθην όρθιος και την ανέγνωσα από την αρχήν ως το τέλος. Περισσοτέραν ώραν έμεινα μετά την ανάγνωσιν συλλογισμένος. Δεν ενθυμούμαι τώρα τι συλλογισμούς έκαμα· αλλ’ έξαφνα, δεν ηξεύρω διατί, ασυνειδήτως εγέλασα δυνατά κι εφώναξα δυνατότερα:

 – Κολοκύθια!».

     Ο Καρκαβίτσας τηρεί θετική στάση απέναντι στη γυναικεία χειραφέτηση, καθώς από τις γυναικείες μορφές του εργου του, αρκετές «ανήκουν στο ιστορικό παρελθόν, ή συνδέονται με το ηρωικό παρελθόν της επανάστασης του 1821. Οι γυναίκες αυτές επιδεικνύουν θαυμαστή γενναιότητα και δύναμη και συμβάλλουν ενεργά στην επιτυχία του Αγώνα». Η λυγερή είναι ένας όρος, που προσδιορίζει μια όμορφη και αγνή κοπέλα, του χωριού. Ο όρος αυτός προέρχεται από την καθημερινή ομιλία και απαντά συχνά στα δημοτικά τραγούδια. Στη λαϊκή παράδοση η «λυγερή» δεν εξατομικεύεται. Στο κείμενο του Καρκαβίτσα, όμως, συγκεκριμενοποιείται, γίνεται ο τίτλος του έργου και, σύμφωνα με τις συμβάσεις του μύθου και της πλοκής, αφορά ένα συγκεκριμένο άτομο, την Ανθή. Η Ανθή είναι το μοναδικό παιδί του Παναγιώτη Στριμμένου. Ζει με τον πατέρα της και την μητέρα της σε ένα παραδοσιακό, χριστιανικό σπίτι σε μια κωμόπολη.

     Μέσα από τη συστηματική εξέταση της απόδοσης γυναικείων τύπων και χαρακτήρων αναδεικνύεται το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του συγγραφέα αναφορικά με τη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία, ειδικότερα την αγροτική, και η στάση του απέναντι στο αίτημα για τη γυναικεία χειραφέτηση.  Ο έρωτας επικεντρώνεται στο ερωτικό συναίσθημα, το οποίο συνδέεται με την τιμή της γυναίκας και της οικογένειάς της και ενίοτε συνδέεται με την ερωτική πράξη. Το ερωτικό συναίσθημα αποτελεί τις περισσότερες φορές για τη νεαρή γυναίκα το παν, παρότι συνήθως δεν περιγράφεται και δεν αναλύεται, άρα δεν έχει βάθος και δεν είναι πειστικό. Στο επίπεδο της φρασεολογίας ο όρος «έρωτας» συχνά υπερκαλύπτεται από την «αγάπη», ή συγχέεται και εναλλάσσεται μ’ αυτήν, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει στη Λυγερή, για να περιγραφεί από τον αφηγητή το αγνό συναίσθημα της Ανθής για τον Βρανά (έρωτα αγνό κι’ αφωσιωμένο και άμετρη αγάπη).

     Η έννοια της τιμής είναι επίσης κυρίαρχη. Διακυβεύεται για τη νεαρή γυναίκα από μια προγαμιαία συναισθηματική σχέση με έναν άνδρα, πόσο μάλλον όταν οι σχέσεις τους είναι ολοκληρωμένες. Αντανακλάται στους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τη νέα, ή προς αυτήν μετά την αποκάλυψη αρχικά του συναισθήματός της. Στη Λυγερή η γριά μητέρα της Ανθής τη χαρακτηρίζει «Πουτανίτσα, πομπιομένη, δημόσια!… Γι’ αυτό, μωρή, σ’ έκρυβα κι από του ήλιου το μάτι; Γι’ αυτό σε φύλαγα σαν τη φαρφουρένια κούπα στο αρμάρι; Με τι μούτρα, μωρή, θα βγούμε πια στον κόσμο, με τη φωτιά, που άναψες στο σπίτι μας, αχρόνιαγη!… Έγνοια σου και την Κυριακή σε στεφανώνω!…».

   Η μητέρα απευθύνεται οργισμένα στην κόρη της, Ανθή, εκφράζοντας την απελπισία της για την ανυπακοή της. Η μητέρα αναφέρεται στην ακραία προστασία που παρείχε στην κόρη της, παρομοιάζοντάς την με πολύτιμο αντικείμενο, η οποία όμως δεν απέδωσε. Ο ο αδελφός, ή ο πατέρας της αναλαμβάνουν την αποκατάσταση της οικογενειακής τιμής, μετά την ερωτική παρεκτροπή της νέας, συχνά σε κάποια έργα χωρίς επιτυχία όμως

 

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *