1912 – Η ΑΥΣΤΡΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΕΘΝΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

  • 2026.10.26
  • Α. Τασιόπουλος
  • Διόνη Σακκή

Στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ 1 στις 26 Οκτωβρίου 1912, η ιστορική είδηση της απελευθέρωσης επισκιάζεται εν μέρει από μια κρίσιμη γεωπολιτική ανάλυση. Με βασικό τίτλο την υπογραφή της συνθήκης παράδοσης της Θεσσαλονίκης και του Καραμπουρνού στον Διάδοχο, η εφημερίδα στρέφει το βλέμμα της στις επικίνδυνες βλέψεις της Αυστρίας στα Βαλκάνια. Το άρθρο αυτό προσφέρει μια μοναδική ματιά στο ευρύτερο διεθνές σκηνικό μιας ταραγμένης εποχής, όπου η Αυστροουγγαρία, ως μεγάλη δύναμη της εποχής, επιχειρούσε να ανακατέψει την τράπουλα.

Η ΑΥΣΤΡΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΕΘΝΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

(Μεταφορά του κειμένου της Εφημερίδας  στο άρθρο)

Η Αὐστρία πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἡ ἕνωσις τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ ὁ σημερινὸς πόλεμος ἤλλαξε τὴν σκηνοθεσίαν ἐν τῇ Χερσονήσῳ καὶ ὅτι τὸ ἐμμένειν εἰς τὴν παλαιὰν πολιτικὴν καὶ εἰς τὰς παραδόσεις τῆς Μοναρχίας ὅσον ἀφορᾶ τὸν Αἶμον εἶνε πλάνη τῆς ὁποίας οἱ συνέπειαι δύνανται νὰ δωσιν ἀνυπολόγιστοι.

Τὸ ὅτι ἡ Αὐστρία εἶχεν ἀνέκαθεν ἐδαφικὰς βλέψεις ἐπὶ τῆς Χερσονήσου τοῦ Αἴμου εἰς οὐδένα εἶνε μυστικόν. Ἀφ᾿ ἧς ἔθεσε τὴν πρωτοπορείαν αὐτῆς ἐν τῷ Αἴμῳ διὰ τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης τὰ πάντα ἐμηχανεύθη, ὅπως ἐμποδίσῃ μὲν πᾶσαν ἐπικοινωνίαν καὶ ἕνωσιν τῶν δύο Σερβικῶν κρατῶν, Σερβίας καὶ Μαυροβουνίου, καταδικάσῃ δὲ τὴν Σερβίαν εἰς τὸν δι᾿ ἀσφυξίας θάνατον. Καὶ ἂν ἡ Σερβία ἠδυνήθη νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν προσπαθειῶν τούτων, τοῦτο ὀφείλεται ὁμολογουμένως εἰς τὴν μεγάλην ζωτικότητα τοῦ Σερβικοῦ λαοῦ, τοῦθ᾿ ὅπερ ὑμολόγησαν ἐχθροὶ τε καὶ φίλοι τῶν Σέρβων.

Ὅταν κατηρτίσθη τὸ μεταρρυθμιστικὸν πρόγραμμα τῆς Μυρστέργης, ἡ Αὐστροουγγαρία δι᾿ ἰδιαιτέρων ἐνεργειῶν ἐπέτυχε ν᾿ ἀποκλεισθῇ ἐξ αὐτοῦ ἡ Παλαιὰ Σερβία, διὰ μυρίων δὲ ὅσων ἐνεργειῶν προσεπάθησε νὰ καταστήσῃ δυσκολωτέραν τὴν θέσιν τῶν Σερβικῶν πληθυσμῶν τοῦ διαμερίσματος τούτου. Πράγματι δὲ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Χαμίτ ἡ θέσις τῶν Σέρβων ἐν τῇ Παλαιᾷ Σερβίᾳ κατέστη ἀφόρητος. Ἐγκαταστάσεις Ἀρναουτῶν, δολοφονίαι, ἐξοντώσεις, ἀφαιρέσεις ἰδιοκτησιῶν ἀπὸ τῶν Σέρβων χωρικῶν, σφαγαὶ καὶ ἐρημώσεις, δηλώσεις, ἤγαγον τοὺς δυστυχείς τούτους πληθυσμοὺς εἰς ἀπόγνωσιν.

Ἡ Σερβία, ἧς τὸ ἐθνικὸν μέλλον συνδέεται μετὰ τῆς τύχης τῆς Παλαιᾶς Σερβίας, δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀνεχθῇ τὴν κατάστασιν ταύτην χωρὶς νὰ παραιτηθῇ τῶν οὐσιωδεστέρων στοιχείων τοῦ ἐθνικοῦ αὐτῆς μέλλοντος. Ἀπὸ πέντε ἤδη ἐτῶν αἱ διάφοροι Σερβικαὶ κυβερνήσεις προέβησαν εἰς ἐπανειλημμένα διαβήματα τόσον παρὰ τῇ Πύλῃ ὅσον καὶ παρά ταῖς μεγάλαις Δυνάμεσι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Τουρκικῶν νόμων ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ τὸ παρασκευαζόμενον αὐτονόμων Ἀλβανίας καὶ κατὰ τὸ Αὐστριακὸν σχεδιάγραμμα ὡς καὶ νέα ὑποδούλωσις τοῦ Αἴμου εἶνε εὐχαριστημένη ὅτι ἀπηλλάξαμενα αὐτὴν τοῦ πολυθυμῆτου τοῦ Ἀνατολικού ζητήματος, ὅπερ δι᾿ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἦτο πάντοτε σπάθη Δαμοκλέους.

Αἱ ἐδαφικαὶ ἀξιώσεις τῆς Αὐστρίας ἐν τῷ Αἴμῳ, ὅπως καὶ αἱ ἀξιώσεις πάσης ἄλλης Δυνάμεως, ἔλαβον τέρμα. Ἡ Εὐρώπη ἔλαβε τέλος, οὐδεμία δὲ δύναμις τοῦ κόσμου δύναται σήμερον νὰ ἀνιπῇ εἰς τοὺς ἐλευθερωτὰς καὶ τοὺς ἐλευθερωθέντας νὰ ἀνεχθῶσι τὴν ἐπανίδρυσιν τοῦ κράτους τοῦ Σουλτάνου, συνεπῶς εἰς ξένας βλέψεις καὶ τὴν ξένην προστασίαν ἐπὶ τῆς χερσονήσου τοῦ Αἴμου ἐτέθη τελεία καὶ παύλα.

Εἰλικρινεία συνεπῶς, ἡ ἐδαφικὴ αὐτάρκεια καὶ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα ὑπαγορεύουσιν εἰς τὴν Αὐστρίαν νὰ ἀποδεχθῇ τὸ δημιουργηθὲν διὰ τοῦ πολέμου νέον καθεστώς. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου ἤλλαξαν ἐντελῶς τὰ πράγματα, ὅτι σήμερον οὐδὲ σκιὰ τουρκικῆς ἐξουσίας ὑπάρχει ἐν Εὐρώπῃ, ἡ δὲ Παλαιὰ Σερβία, ἡ Μακεδονία καὶ αὐτὴ ἡ Θρᾴκη εἶνε πλέον ἐλεύθεραι. Αἱ χῶραι αὗται, αἱ ὁποῖαι ἀνῆκον εἰς τοὺς λαοὺς τοῦ Αἴμου καὶ αἱ ὁποῖαι πρὸ πέντε αἰώνων ἠρπάγησαν ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ, ἀνεκτήθησαν ἤδη ὑπ’ αὐτῶν διὰ τῶν ὅπλων τοῦ αἵματος καὶ τοῦ θυσίας.

Ἡ ἔξοδος τῆς Σερβίας πρὸς τὴν θάλασσαν εἶνε δι’ αὐτὴν ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου, ἡ μόνη δὲ θάλασσα εἰς τὴν ὁποίαν δύναται καὶ δικαιοῦται νὰ κατέλθῃ ἡ Σερβία εἶνε ἡ Ἀδριατική. Ἡ Αὐστρία ἐπέτυχεν ἅπαξ ταύτην κάθοδον τῆς Σερβίας διὰ τῆς καταλήψεως τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης. Ἀλλ᾿ ἡ ἐφεύρεσις τῆς διεθνοποιήσεως τῆς Θεσσαλονίκης δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀπατήσῃ οὐδένα, μάλιστα δὲ τοὺς συμμάχους τῆς Σερβίας, οἵτινες θὰ εἴρωσιν ἐν αὐταῖς οἱονεὶ νέας ἀγορὰς πρὸς κατανάλωσιν τῶν προϊόντων των.

ΑΝΤ. Θ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ 2

Sep

Σχόλια από ΕΕΥΕΔ

Η προσπάθεια της Αυστροουγγαρίας για τη διεθνοποίηση της Θεσσαλονίκης το 1912-1913 αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και παρασκήνια επεισόδια της διπλωματικής ιστορίας των Βαλκανικών Πολέμων. Για δεκαετίες, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία είχε ως βασικό πυλώνα της εξωτερικής της πολιτικής την κάθοδο προς το Αιγαίο Πέλαγος (Drang nach Südosten). Η Θεσσαλονίκη αποτελούσε το φυσικό λιμάνι και τον εμπορικό πνεύμονα της Κεντρικής Ευρώπης προς τη Μέση Ανατολή και τη Διώρυγα του Σουέζ.

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος (Οκτώβριος 1912) και έγινε σαφές ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, η Βιέννη (υπό τον υπουργό Εξωτερικών Λέοπολντ φον Μπέρχτολντ) συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε πλέον να καταλάβει την πόλη η ίδια και δεν επιθυμούσε την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης από την Ελλάδα (καθώς θα έλεγχε το εμπόριο) ούτε από τη Βουλγαρία ή τη Σερβία (η οποία θα αποκτούσε έτσι έξοδο στη θάλασσα).

Για να εμποδίσει την κυριαρχία οποιουδήποτε βαλκανικού κράτους, η Αυστροουγγαρία πρότεινε τη μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε ελεύθερη/διεθνή πόλη (Free City / Ville Libre) ή σε ένα αυτόνομο καντόνι υπό τη συλλογική κηδεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Το αυστριακό σχέδιο προέβλεπε:

  • Ουδετερότητα και Αποστρατιωτικοποίηση: Η πόλη και η γύρω περιοχή (hinterland) δεν θα ανήκαν σε κανένα βαλκανικό κράτος.

  • Ελεύθερο Λιμάνι: Πλήρης ελευθερία διαμετακομιστικού εμπορίου για τις Μεγάλες Δυνάμεις και τα βαλκανικά κράτη (κυρίως για να εξυπηρετείται η αυστριακή οικονομία).

  • Αυτοδιοίκηση: Διοίκηση από διεθνή επιτροπή ή τοπικό συμβούλιο.

Η πρόταση της Βιέννης βρήκε πρόσφορο έδαφος σε σημαντικό μέρος της πολυπληθούς Εβραϊκής (Σεφαρδίτικης) κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Η εβραϊκή κοινότητα (που αποτελούσε τη σχετική πλειονότητα του πληθυσμού) ευημερούσε εντός της μεγάλης αγοράς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αποκτήθηκαν δικαιολογημένοι φόβοι ότι η ενσωμάτωση της πόλης σε ένα εθνικό κράτος (Ελλάδα ή Βουλγαρία) θα περιόριζε το διεθνές εμπόριο, θα επέβαλε δασμούς και θα άλλαζε τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της. Έτσι, ηγέτες της κοινότητας (όπως ο Αλμπέρτος Ματαράσσο και άλλοι) υποστήριξαν την ιδέα μιας διεθνοποιημένης ή αυτόνομης Θεσσαλονίκης, βρίσκοντας στην Αυστρία έναν ισχυρό διπλωματικό σύμμαχο.

Το Σχέδιο της Αυστρίας απάτυχε λόγω της ταχείας προέλαση του Ελληνικού Στρατού υπό τον Διάδοχο Κωνσταντίνο και η απελευθέρωση της πόλης πριν φτάσουν οι Βούλγαροι δημιούργησαν τετελεσμένο γεγονός (fait accomplι) στο πεδίο. Ο Βενιζέλος χειρίστηκε το θέμα με εξαιρετική διπλωματική μαγεία. Κατανόησε αμέσως τον κίνδυνο και εγκατέστησε αμέσως ελληνική διοίκηση (με τον Κωνσταντίνο Ρακτιβάν). Σεβάστηκε πλήρως τα προνόμια, τη γλώσσα και τη θρησκεία της εβραϊκής και μουσουλμανικής κοινότητας. Παραχώρησε ειδικές διευκολύνσεις στο λιμάνι (π.χ. αργότερα τη Σερβική Ελεύθερη Ζώνη) για να αποδομήσει το επιχείρημα περί οικονομικού αποκλεισμού.

Επιπλεον η Βρετανία και η Γαλλία δεν επιθυμούσαν να δουν την αυστριακή (και κατ’ επέκταση γερμανική) επιρροή να εδραιώνεται στο Αιγαίο μέσω μιας “διεθνούς” Θεσσαλονίκης. Με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, η κυριαρχία της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη αναγνωρίστηκε και διεθνώς, βάζοντας οριστικό τέλος στα αυστριακά σχέδια.

Η αυστριακή επιδίωξη για διεθνοποίηση της Θεσσαλονίκης το 1912 ήταν μια προσπάθεια της Βιέννης να διατηρήσει την πρόσβασή της στη Μεσόγειο χωρίς να εμπλακεί σε άμεσο πόλεμο. Ο συνδυασμός της έγκαιρης στρατιωτικής απελευθέρωσης από την Ελλάδα και της διορατικής διπλωματίας του Βενιζέλου απέτρεψε τη μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε ένα “προτεκτοράτο” των Μεγάλων Δυνάμεων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ :

  1. Η εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» υπήρξε ένα από τα πιο ιστορικά, επιδραστικά και δημοφιλή έντυπα του ελληνικού τύπου στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1893 από τον δημοσιογράφο και σατιρικό ποιητή Ευάγγελο Κουσουλάκο. Αρχικά ξεκίνησε ως εβδομαδιαίο σατιρικό έντυπο. Λόγω της μεγάλης επιτυχίας και της ζήτησης, το 1895 μετατράπηκε σε καθημερινή πολιτική, ειδησεογραφική και πρωινή εφημερίδα.Μετά τον θάνατο του Κουσουλάκου το 1903, την ιδιοκτησία και διεύθυνση ανέλαβε ο Γρηγόριος Ευστρατιάδης, κάτω από τη διοίκηση του οποίου το «ΣΚΡΙΠ» γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του και εκτοξεύτηκε σε κυκλοφορία. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1915–1922) και της συντηρητικής περιόδου, το «ΣΚΡΙΠ» αποτελούσε την κύρια εκφραστική φωνή της αντιβενιζελικής παράταξης και των φιλοβασιλικών δυνάμεων, αποτελώντας το αντίπαλο δέος εφημερίδων όπως η «Πατρίς» και το «Εμπρός». Μαχητική & Δημοσιογραφική Πρωτοπορία: Ξεχώριζε για την καυστική του εικονογράφηση (γελοιογραφίες), τα χρονογραφήματα, καθώς και για τις ζωντανές ανταποκρίσεις από τα μέτωπα των πολέμων (όπως τις ανταποκρίσεις του Ευστράτιου Ευστρατιάδη από τη Μακεδονία κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα και των Βαλκανικών Πολέμων). Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) , το «ΣΚΡΙΠ» κατέγραφε καθημερινά τις εξελίξεις στο μέτωπο με εκτενή ρεπορτάζ, χάρτες και αναλύσεις. Όπως φαίνεται και στο ιστορικό φύλλο της 26ης Οκτωβρίου 1912, η εφημερίδα κάλυπτε όχι μόνο τις μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες (όπως την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης), αλλά και τη σύνθετη διπλωματική σκακιέρα, αναλύοντας τις γεωπολιτικές προκλήσεις και τις βλέψεις των Μεγάλων Δυνάμεων (π.χ. της Αυστροουγγαρίας) στην περιοχή. Η εφημερίδα ανέστειλε την έκδοσή της τον Ιούνιο του 1930. Επιχειρήθηκε μια σύντομη επανακυκλοφορία της το 1939, καθώς και μεταγενέστερα μεταπολεμικά, χωρίς όμως να ανακτήσει την παλιά της αίγλη. Σήμερα, το ψηφιακό αρχείο του «ΣΚΡΙΠ» αποτελεί μια από τις πολυτιμότερες πρωτογενείς πηγές για τη μελέτη της νεότερης ελληνικής ιστορίας, του Μακεδονικού Αγώνα, των Βαλκανικών Πολέμων και του Εθνικού Διχασμού, διαθέσιμο ψηφιοποιημένο από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.
  2. Ο Αντώνιος Θ. Σπηλιωτόπουλος (1869–1944) υπήρξε μια πολυπράγμων προσωπικότητα της εποχής του: πολυγραφότατος δημοσιογράφος, συγγραφέας, ποιητής, ιστορικός και πολιτικός, με έντονη παρουσία στα ελληνικά γράμματα και τον Τύπο. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1869, με καταγωγή της οικογένειάς του από την Αρκαδία. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του γράφοντας στην εφημερίδα «Ἀκρόπολις». Το 1902 προχώρησε στην έκδοση της δικής του εφημερίδας με τίτλο «Κράτος». Παράλληλα, αρθρογραφούσε συστηματικά σε άλλα μεγάλα έντυπα της εποχής (όπως το «ΣΚΡΙΠ»), καλύπτοντας κρίσιμα εθνικά και πολιτικά ζητήματα. Το 1896 συμμετείχε ενεργά στην Κρητική Επανάσταση, όπου μάλιστα είχε συλληφθεί αιχμάλωτος από τους Τούρκους. Αργότερα, υπηρέτησε ως κρατικός λειτουργός και διορίστηκε Νομάρχης Λέσβου (το 1915) και στη συνέχεια Νομάρχης Δράμας-Καβάλας (1915–1916). Άφησε πίσω του πλούσιο συγγραφικό έργο, με έμφαση στα εθνικά θέματα, την Ιστορία και τη γεωπολιτική των Βαλκανίων.  Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν:

    • «Ιστορία του Ελληνοτουρκικού πολέμου» (1897)

    • «Ιστορία 15 αιώνων: Ελληνισμός και Βουλγαρισμός» (1903)

    • «Η Μακεδονία και ο Ελληνισμός. Η δύναμις και τα δίκαια αυτού» (1904)

    • «Οι βλαχόφωνοι Έλληνες και η ρωμουνική προπαγάνδα» (1905)

    • «Σερβία: Μελέτη εθνογραφική, ιστορική, πολιτική και οικονομική» (1912) —

Το έργο του εξηγεί και τη βαθιά γνώση του γύρω από τα σερβικά ζητήματα και τη Βαλκανική διπλωματία, όπως φάνηκε και στο άρθρο του στη ΣΚΡΙΠ.

Sep Line

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *