20 ΑΠΡ.1941 – Ο ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2ου ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ

«Η Ζωσιμαία Ακαδημία Ιωαννίνων ως τόπος μνήμης:

Ο βομβαρδισμός του 2ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου κατά το Πάσχα του 1941»

  • 2026.07.02
  • ΜV(I) ΣΣΑΣ, Λελοβίτης Λάμπρος

Κάθε κτίριο κουβαλά μια ιστορία. Οι τοίχοι του έχουν υπάρξει σιωπηλοί μάρτυρες στιγμών που όσοι περνούν σήμερα από μπροστά τους δύσκολα μπορούν να φανταστούν. Καθημερινά προσπερνούμε κτίρια που άλλοτε φιλοξένησαν χαρές, αγωνίες, ελπίδες και τραγωδίες, χωρίς να γνωρίζουμε τι ζωγράφισε επάνω τους το πέρασμα του χρόνου. Ένα από αυτά είναι η Ζωσιμαία Ακαδημία Ιωαννίνων, ένα εμβληματικό κτίριο της πόλης που δεσπόζει στη λεωφόρο Δωδώνης και συνδέθηκε για περισσότερο από έναν αιώνα με την εκπαίδευση και την κοινωνική ζωή της Ηπείρου. Από τους χώρους της πέρασαν γενιές εκπαιδευτικών, καθώς περισσότεροι από 7.000 δάσκαλοι αποφοίτησαν από τη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία μέχρι την ολοκλήρωση της λειτουργίας της το 1982. Σήμερα, το ιστορικό αυτό κτίριο συνεχίζει να υπηρετεί την εκπαίδευση, στεγάζοντας σχολικές μονάδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Λίγοι όμως από τους μαθητές που σήμερα περνούν τις πόρτες του μπορούν να φανταστούν ή να αφουγκραστούν τις ιστορίες που οι τοίχοι του έχουν να διηγηθούν. Πίσω από τις αίθουσες, τους διαδρόμους και την καθημερινή σχολική ζωή κρύβεται μια διαφορετική μνήμη, μια σελίδα της ιστορίας που περιμένει να γίνει γνωστή.

Ζωσιμαία Ακαδημία Ιωαννίνων

Μόλις λίγα χρόνια μετά τη θεμελίωσή του, το 1930, και τα εγκαίνιά του, το 1938, το κτίριο έμελλε να γνωρίσει μια άλλη χρήση, πολύ διαφορετική από εκείνη για την οποία δημιουργήθηκε. Μια χρήση που συνδέθηκε με ένα τραγικό γεγονός, το οποίο άφησε μια βαθιά πληγή στην ιστορία της πόλης των Ιωαννίνων. Η σελίδα αυτή γράφτηκε την Κυριακή του Πάσχα, στις 20 Απριλίου 1941. Σε μια ημέρα όπου το κόκκινο χρώμα των πασχαλινών αυγών συνδέεται με τη θυσία, την Ανάσταση και τη χαρά της μεγάλης εορτής της Χριστιανοσύνης, στα Γιάννενα απέκτησε μια διαφορετική και οδυνηρή σημασία. Την ώρα που σε ολόκληρη τη χώρα ο πόλεμος έφθανε στην πιο δραματική καμπή του και η Ελλάδα οδηγούνταν στην Κατοχή, δεν ήταν το κόκκινο των βαμμένων πασχαλινών αυγών, αλλά το κόκκινο του αίματος, που άφησε πίσω του ο πόλεμος και η βία εκείνων των ημερών, χαράζοντας μια από τις πιο τραγικές σελίδες στην ιστορία της πόλης. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στους χώρους της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας στεγάστηκε το 2ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, με κύρια εγκατάστασή του τη νοτιοδυτική πτέρυγα του κτιρίου. Το 1ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο λειτουργούσε στο Κάστρο της πόλης. Στην οροφή του κτιρίου ήταν ευδιάκριτο το σύμβολο του Ερυθρού Σταυρού, που δήλωνε τον χαρακτήρα του χώρου ως στρατιωτικού νοσοκομείου και την προστασία που προβλεπόταν για τις υγειονομικές εγκαταστάσεις από τους διεθνείς κανόνες του πολέμου.

Αεροφωτογραφία της πόλης των Ιωαννίνων κατά τον βομβαρδισμό τους. Πηγή: Historic Images

«Η Κυριακή του Πάσχα ξημερώνοντας δεν ξεχώριζε σε τίποτα από τις προηγούμενες μέρες, η ίδια νευρικότητα, η ίδια αγωνία, τίποτα δεν μαρτυρούσε την επικείμενη συμφορά. Κατά τις 10 χτύπησε η σειρήνα συναγερμό. Συνηθισμένα πράγματα. Όλη η Μεγάλη Εβδομάδα πέρασε με αλλεπάλληλους συναγερμούς» αφηγείται στο ημερολόγιο του ο Βασίλειος Μπεχλής που υπηρετούσε ως στρατιώτης στη γραμματεία. Η μαρτυρία του δημοσιεύθηκε αργότερα στον τοπικό Τύπο Ιωαννίνων.

Το νοσοκομείο δεν διέθετε οργανωμένο αντιαεροπορικό καταφύγιο, ενώ επικρατούσε η πεποίθηση ότι η ευδιάκριτη σήμανση του Ερυθρού Σταυρού θα εξασφάλιζε την προστασία του. Ωστόσο, το 2ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων δεν απέφυγε τη μοίρα του 1ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου, που στεγαζόταν στο Ιτς Καλέ και είχε ήδη πληγεί από βομβαρδισμό λίγους μήνες νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1940. Στο κτίριο του στρατιωτικού νοσοκομείου είχαν καθιερωθεί ως πιο ασφαλείς χώροι το «καφενείο», κάτω από τη σκάλα, και τα χειρουργεία. Στον πρώτο χώρο κατέφευγαν συνήθως οι στρατιώτες, αναζητώντας προστασία από τους βομβαρδισμούς.

Ο τελευταίος συναγερμός εκείνης της ημέρας όμως δεν έμοιαζε με τους προηγούμενους.

Ο Βασίλειος Μπεχλής, περιγράφει: «Δεν πέρασε πολλή ώρα και ξαναχτύπησε η σειρήνα. Τρέξαμε πάλι, ο ένας κοντά στον άλλον, στο “καταφύγιο”. Είμαστε πάνω από εκατό άνθρωποι, στριμωγμένοι σε αυτόν τον στενό χώρο». Η αγωνία κορυφωνόταν καθώς ο ήχος των αεροπλάνων πλησίαζε. Ήταν οξύς και δαιμονισμένος. «Παγώσαμε όλοι. Οι ομιλίες και οι ψίθυροι σταμάτησαν. Λουφάξαμε. Κολλήσαμε ο ένας πάνω στον άλλον, με κομμένη την ανάσα». Λίγες στιγμές αργότερα, οι εκρήξεις διέκοψαν τη σιωπή. «Το κτίριο ταρακουνήθηκε συθέμελα και οι μεγάλοι, αδειανοί και ψηλοτάβανοι χώροι αντιβούησαν. Τα φώτα έσβησαν. Ποιος να μετρήσει τους αιώνες που πέρασαν από πάνω μας και ποιος να περιγράψει την αγωνία μας στους αιώνες αυτούς!».

Λίγα μέτρα πιο πέρα, στα χειρουργεία του νοσοκομείου, είχε εκτυλιχθεί η τραγωδία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιατρού Πέτρου Αποστολίδη, μία από τις βόμβες διέσχισε τη στέγη, τα ταβάνια και τα τσιμεντένια πατώματα του κτιρίου και εξερράγη στο κατώφλι ενός από τα χειρουργεία. Εκείνη τη στιγμή πραγματοποιούταν χειρουργική επέμβαση. Γιατροί, νοσηλευτές και όσοι βρίσκονταν στον χώρο σκοτώθηκαν, με μοναδική εξαίρεση τον ασθενή, ο οποίος βρέθηκε αργότερα λιπόθυμος ανάμεσα στους νεκρούς, χωρίς να έχει υποστεί τραυματισμό. Το μεγάλο χολ ανάμεσα στα δύο χειρουργεία μετατράπηκε μέσα σε λίγα λεπτά σε τόπο φρίκης. Νοσοκόμοι, τραυματίες και υγειονομικό προσωπικό βρέθηκαν ανάμεσα στα συντρίμμια. Η εικόνα που αντίκρισε το προσωπικό του νοσοκομείου χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη όσων επέζησαν.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ξεκίνησε η εκκένωση του νοσοκομείου. Κρεβάτια, στρώματα και φορεία μεταφέρονταν στον χώρο της εισόδου, ενώ οι νοσοκόμοι και οι τραυματιοφορείς προσπαθούσαν να απομακρύνουν τους τραυματίες, παρά τον φόβο ενός νέου χτυπήματος. Ο κίνδυνος δεν είχε περάσει: ανάμεσα στα συντρίμμια παρέμενε μια βόμβα που δεν είχε εκραγεί, ενώ όλοι φοβούνταν ότι τα αεροπλάνα θα επέστρεφαν.

Ο απολογισμός της καταστροφής ήταν βαρύς. Ως προς τον αριθμό των θυμάτων, οι πηγές διίστανται Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, περισσότεροι από πενήντα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ καταγράφεται στη σχετική βιβλιογραφία ένας αριθμός θυμάτων που κυμαίνεται μεταξύ 57 και 67 ατόμων. Ανάμεσά τους ήταν ο Γενικός Αρχίατρος Γεώργιος Μαρκάκης, ο καθηγητής Πανεπιστημίου και χειρουργός Ξενοφών Κοντιάδης, ο τελειόφοιτος Ιατρικής Μιχαήλ Μηλιώνης, μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού, εθελόντριες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, αλλά και
παρατυχόντες πολίτες και ήδη τραυματισμένοι στρατιώτες.

Ανάμεσα στις νεκρές νοσοκόμες συγκαταλέγονταν η Ελένη Παρασκευοπούλου (παλαίμαχος Προϊσταμένη Αδελφή, διευθύνουσα των Αδελφών της Βάσεως Ηπείρου), η Καλλιόπη Γιουλούντα (προϊσταμένη διευθύνουσα του 2ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων), η Ελένη Καλογερίδου, η Λουκία Κυριακού, η Ελένη Μητροπούλου, η Ελένη Τσάλλη.. Έξι γυναίκες που υπηρετούσαν τη ζωή βρέθηκαν εκεί όπου ο πόλεμος έφερε τον θάνατο. Μεταξύ των νεκρών νοσοκόμων υπάρχει και μια έφηβη Γιαννιώτισσα (ετών 17) αγνώστων στοιχείων, που έφευγε καθημερινά από το σπίτι της, για να παράσχει εθελοντικά βοήθεια στο νοσοκομείο. Οι εθελόντριες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, μαζί με τους υπόλοιπους νεκρούς του βομβαρδισμού, αναπαύονται στο Α΄ Νεκροταφείο Αγίου Νικολάου Κοπάνων. Ο χώρος της ταφής τους διατηρείται μέχρι σήμερα ως τόπος μνήμης και τιμής για τη θυσία τους. Χρόνια αργότερα, ο Θωμάς Μπαϊραχτάρης, ως Γενικός Γραμματέας του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, – όπως ο ίδιος παραθέτει στην προφορική μαρτυρία του- φύτεψε μια τριανταφυλλιά στον τάφο των νοσοκόμων που σκοτώθηκαν στον βομβαρδισμό, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη της θυσίας τους¹. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Μπεχλής, η εικόνα των νεκρών γυναικών μέσα στο νοσοκομείο προκαλούσε ξεχωριστή συγκίνηση, καθώς ο πόλεμος, αν και συχνά παρουσιάζεται ως πεδίο ανδρικής σύγκρουσης, δεν άφησε ανέγγιχτους όσους βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της φροντίδας και της περίθαλψης.

Μετά τον βομβαρδισμό, το σύμβολο του Ερυθρού Σταυρού δεν υπήρχε πλέον στην οροφή του κτιρίου. Είχε χαθεί κάτω από τα συντρίμμια, μαζί με δεκάδες ανθρώπινες ζωές. Δεν αποτελούσε όμως απλώς μια ένδειξη της χρήσης του χώρου. Σύμφωνα με το ισχύον τότε ανθρωπιστικό δίκαιο, και ειδικότερα τη Σύμβαση της Γενεύης του 1929 για τους τραυματίες και ασθενείς των ενόπλων δυνάμεων, το έμβλημα του Ερυθρού Σταυρού δήλωνε την ειδική προστασία που αναγνωριζόταν στα στρατιωτικά νοσοκομεία, στο υγειονομικό προσωπικό και στους τραυματίες που νοσηλεύονταν σε αυτά. Η προστασία αυτή είχε τις ρίζες της ήδη στην πρώτη Σύμβαση της Γενεύης του 1864 και είχε ενισχυθεί μέσα από τις μεταγενέστερες αναθεωρήσεις, καθώς και από τις Συμβάσεις της Χάγης του 1899 και του 1907, οι οποίες έθεσαν βασικούς κανόνες για τον σεβασμό των υγειονομικών σχηματισμών κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών.

Η Σύμβαση της Γενεύης του 1929 αποτελούσε το βασικό διεθνές πλαίσιο που ίσχυε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για την προστασία των τραυματιών και του υγειονομικού προσωπικού. Προέβλεπε τον σεβασμό και την προστασία των στρατιωτικών νοσοκομείων, των ιατρικών εγκαταστάσεων και όσων είχαν αποστολή τη φροντίδα των θυμάτων του πολέμου, ενώ αναγνώριζε τον Ερυθρό Σταυρό ως το επίσημο διακριτικό σήμα αυτής της προστασίας. Παράλληλα, οι κανόνες που είχαν διαμορφωθεί ήδη από τις Συμβάσεις της Χάγης αποτύπωναν την αρχή ότι οι υγειονομικές μονάδες δεν αποτελούσαν νόμιμο στόχο κατά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ο βομβαρδισμός του 2ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων συγκαταλέγεται στα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που ανέδειξαν, με τον πιο τραγικό τρόπο, πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί η προστασία που προβλέπει το διεθνές  ανθρωπιστικό δίκαιο όταν ο πόλεμος υπερισχύει των κανόνων. Η καταστροφή ενός νοσοκομείου που έφερε ευδιάκριτα το προστατευτικό έμβλημα του Ερυθρού Σταυρού αποτέλεσε μία ακόμη τραγική υπενθύμιση της απόστασης που συχνά χωρίζει τις διεθνείς συμβάσεις από την πραγματικότητα του πολέμου. Οι εμπειρίες του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου συνέβαλαν καθοριστικά στην αναθεώρηση και τη διεύρυνση των Συμβάσεων της Γενεύης το 1949, οι οποίες ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την προστασία των τραυματιών, των υγειονομικών μονάδων και του προσωπικού τους, επεκτείνοντας παράλληλα την προστασία και στους αμάχους.

Ο βομβαρδισμός του στρατιωτικού νοσοκομείου Ιωαννίνων συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα ωμής βίας σύγχρονου πολέμου και παραβίασης θεμελιωδών ανθρωπιστικών κανόνων. Παράλληλα, αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο του υγειονομικού προσωπικού σε συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης, και τη σημασία της ιστορικής μνήμης για την κατανόηση και την αποτροπή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον.

Το αντικείμενο της παρούσας εργασίας παρουσιάστηκε αρχικά σε μορφή ηλεκτρονικής αναρτημένης ανακοίνωσης (e-poster) στο 32ο Επιστημονικό Συνέδριο Φοιτητών Ιατρικής Ελλάδας (Ε.Σ.Φ.Ι.Ε.), το οποίο πραγματοποιήθηκε στα Ιωάννινα στις 24–26 Απριλίου 2026, στο Hotel Du Lac Congress Center & Spa. Η εργασία εκπονήθηκε υπό την επιστημονική επίβλεψη της Καθηγήτριας κυρίας Νίκης Παπαβραμίδου, Διευθύντριας του Μουσείου Ιστορίας της Ιατρικής του Τμήματος Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

ΜV(I) Λελοβίτης Λάμπρος

¹ Παπαευσταθίου-Τσάγκα, Μ. (2019). ’40 Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, Κατοχή – Εθνική Αντίσταση (1940-1944): 100 Ιστορικές Προφορικές Μαρτυρίες (Τόμ. 2). Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, σ. 622.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Παπαευσταθίου-Τσάγκα, Μ. (2019). '40 Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, Κατοχή – Εθνική Αντίσταση (1940-1944): 100 Ιστορικές Προφορικές Μαρτυρίες, Τόμος 2. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
2. Αγγέλη, Β. (2023, 16 Απριλίου). Το ματωμένο Πάσχα του ’41 στα Γιάννενα. Τύπος Ιωαννίνων. https://typos-i.gr/article/matwmeno-pasxa-toy-41-sta-giannena
3. Εσπερινό Γενικό Λύκειο Ιωαννίνων. (χ.χ.). Ιστορική αναδρομή – Η Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία. https://lyk-esp-ioann.ioa.sch.gr/?page_id=17
4. EpirusGate. (2021, 21 Απριλίου). Γιάννενα: Ο βομβαρδισμός του στρατιωτικού νοσοκομείου στη Ζωσιμαία Ακαδημία τον Απρίλιο του 1941.

Η φωτογραφία Εξωφύλου είναι σύνθεση με την βοήθεια της Τεχνικής Νοημοσύνης

Επιιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *