ΑΠΟ ΤΗΝ Σ.Ι.Σ ΣΤΗΝ Σ.Σ.Α.Σ

  • 2025.05.29
  • Μαθητής ΣΣΑΣ MIV(Ι) Λάμπρος Λελοβίτης

Η εργασία «Από τη Σ.Ι.Σ. στη Σ.Σ.Α.Σ.» παρουσιάστηκε στο 31ο Επιστημονικό Συνέδριο Φοιτητών Ιατρικής Ελλάδος (Ε.Σ.Φ.Ι.Ε.) που πραγματοποιήθηκε στις 11-13 Απριλίου 2025, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Η ερευνητική εργασία σχετικά με τους πρώτους μαθητές της Σ.Ι.Σ. Θεσσαλονίκης, που αναφέρεται στην παρουσίαση, υλοποιήθηκε σε συνεργασία με το Μουσείο Ιστορίας της Ιατρικής του τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ. και τη Διεύθυνση Σπουδών της Σ.Σ.Α.Σ. Τα αποτελέσματα και τα πορίσματά της παρουσιάστηκαν στο 29 ο Ιατρικό Συνέδριο Ενόπλων Δυνάμεων (Ι.Σ.Ε.Δ.) που έλαβε χώρα από 28 Νοεμβρίου έως 1 Δεκεμβρίου 2024 στο Makedonia Palace Hotel στη Θεσσαλονίκη. Επίσης, σχετικό άρθρο με την ανάλυση της δεδομένων της έρευνας περιλαμβάνεται στο 94 ο τεύχος του περιοδικού της Σ.Σ.Α.Σ. «Προσεγγίσεις» με τίτλο «Οι πρώτοι των πρώτων: Οι απαρχές της Σ.Ι.Σ.».

 Πολύ πριν τη Σ.Ι.Σ.

1 η Διαφάνεια

Για να κατανοηθεί, εις βάθος, ο επιθετικός προσδιορισμός «στρατιωτική» που συνοδεύει τον όρο «ιατρική», κρίνεται απαραίτητη η αναδίφηση στα έγκατα της ιστορίας, με αφετηρία τα Ομηρικά έπη και έτη. Πιο συγκεκριμένα, στην Ιλιάδα, παρουσιάζονται μυθικά πρόσωπα που θα ήταν εύλογο να χαρακτηριστούν ως οι πρώτοι «στρατιωτικοί ιατροί» καθώς εξυμνούνται, όχι μόνο για τις ιατρικές αλλά κυρίως για τις πολεμικές τους δεξιότητες. Πρόκειται για τους υιούς του Ασκληπιού, Μαχάονα και Ποδαλείριο, που υπηρέτησαν στο Τρωικό μέτωπο ως τοπικοί αρχηγοί των Θεσσαλικών πόλεων Τρίκκη, Οιχαλία και Ιθώμη, προσφέροντας εξίσου και τις υγειονομικές τους υπηρεσίες. Ο Μαχάων ως αντίστοιχος χειρουργός της εποχής, θεραπεύοντας πληγές και τραύματα, ενώ ο Ποδαλείριος ως σύγχρονος παθολόγος επιμελούμενος τα «εσωτερικά νοσήματα». Μάλιστα στον πρώτο αναφέρεται και η τόσο χαρακτηριστική φράση της ραψωδίας Λ, «ιητρός γαρ ανήρ πολλών αντάξιος άλλων», όταν εγκαταλείπει τραυματισμένος το πεδίο της μάχης.

Βέβαια, βάσει μίας ενδιαφέρουσας θεωρίας που διατυπώθηκε το 1879, από τον επίατρο του βασιλικού σαξονικού στρατού , Frölich, ακόμα και ο ίδιος ο Όμηρος θα μπορούσε να αποτελεί στρατιωτικό ιατρό, αξιωματικό του επιτελείου του στρατού του Αγαμέμνονα, και πιο συγκεκριμένα, να πρόκειται για τον υπαρχηγό του ιατρικού προσωπικού. Ο Όμηρος περιγράφει τόσο λεπτομερώς τις ιατρικές παρεμβάσεις στον Τρωικό πόλεμο ενώ η γλαφυρή και αναλυτική παρουσίαση των γεγονότων θα ήταν δυνατό να αποδοθεί σε κάποιον που δεν συμμετείχε άμεσα στο πεδίο της μάχης οπότε διέθετε το χρόνο της καταγραφής των τεκταινομένων αλλά είχε πρόσβαση σε λεπτομερείς πληροφορίες, όπως ένας αξιωματικός του υγειονομικού.

Η ελληνική μυθολογία βρίθει αρκετών ακόμα περιπτώσεων πολεμιστών με θεραπευτικά χαρίσματα. Παράδειγμα αποτελεί ο Αμφιάραος, ένας από τους ήρωες της Αργοναυτικής Εκστρατείας που λατρευόταν και ως μία από τις θεότητες της ιατρικής επιστήμης. Ήδη, λοιπόν, από τους μυθολογικούς χρόνους μαρτυρείται η ύπαρξη στρατιωτικής ιατρικής. Ο ρόλος του στρατιωτικού ιατρού ήταν ανέκαθεν πολυποίκιλος. Εκτός από την περίθαλψη των τραυματιών και την αντιμετώπιση σωρείας ασθενειών (όπως ο τύφος, η ελονοσία και η δυσεντερία, ακόμα και ο πυρετός), ήταν επιφορτισμένος με τη φροντίδα της υγιεινής όλων των ζώων που αξιοποιούνταν, με τον έλεγχο της υγείας των προς στρατολόγηση υποψηφίων, ενώ όφειλε να μεριμνεί και για το επίπεδο καταλληλότητας χώρου στρατοπέδευσης, νερού και φαγητού. Όπως κατέστη προφανές από το μύθο των ηρώων του Τρωικού πολέμου, η στρατιωτική ιατρική ήταν μία έννοια συνυφασμένη με αυτή της εκστρατείας, με πιο ενδεικτικά παραδείγματα, την προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Περσία που διέθετε έμπειρο ιατρικό προσωπικό, τη «βασιλική θεραπεία» και την κάθοδο των Μυρίων όπου σύμφωνα με τον Ξενοφώντα υπήρχαν 8 ιατροί σε ετοιμότητα στο τέλος κάθε πορείας. Η πρώτη φορά, ωστόσο, που η στρατιωτική ιατρική εμφανίζεται ως μία οργανωμένη οντότητα είναι η περίοδος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους δίνεται γένεση στα πρώτα στρατιωτικά νοσοκομεία, τα «valetudinaria», ενώ οι ιατροί κατέχουν πλέον μία εξέχουσα θέση στο στράτευμα με τον τίτλο «medici» έχοντας στο πλάι τους βοηθούς ή νοσηλευτές (capsarii). Με την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης εφαρμόζονται νέες ιατρικές τεχνικές στο πεδίο της μάχης όπως η απολίνωση και ο ακρωτηριασμός. Παράλληλα, η λογοτεχνική βιομηχανία εμπλουτίζεται από πλήθος νέων συγγραμμάτων σχετικά με τη φαρμακολογία και την αντιμετώπιση τραυμάτων και ποικίλων καταστάσεων κατά τη διάρκεια των μαχών, με πιο γνωστό το έργο του Διοσκουρίδη του Πεδάνιου και του Κέλσου.

Η παράδοση αυτή κληρονομείται από το διάδοχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, όπου ανθίζει η ανάπτυξη της ναυτικής ιατρικής και ακόμα περισσότερο των στρατιωτικών νοσοκομείων –λαμπρό παράδειγμα το στρατιωτικό νοσοκομείο των Ιπποτών της Ρόδου. Ο προεξάρχων ρόλος του ιατρού διατηρείται σε μία εποχή όπου κάθε τάγμα διέθετε έναν έμμισθο ιατρό και οκτώ έως δέκα νοσοκόμους και τραυματιοφορείς, τους σκρίβωνες και τους δεσποτάτους. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και καθ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας, η Στρατιωτική Ιατρική στον ελληνικό χώρο βρισκόταν σε παρακμή. Οι Έλληνες ιατροί περιορίζονταν κυρίως σε τοπικές κοινότητες, χωρίς οργανωμένες δομές περίθαλψης ή εκπαίδευσης. Παρ’ όλα αυτά, σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Σμύρνη, τα Ιωάννινα και η Κωνσταντινούπολη, άνθισαν ιατροφιλοσοφικοί κύκλοι με έντονη επίδραση από τη δυτική επιστήμη μέσω της Ιταλίας και της Βιέννης. Η ιατρική εκπαίδευση συνήθως βασιζόταν σε προσωπική μαθητεία, ενώ αρκετοί Έλληνες σπούδαζαν στην Ευρώπη και επέστρεφαν μεταφέροντας σύγχρονες γνώσεις.

Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης (1821–1829), η ανάγκη για στρατιωτική περίθαλψη έγινε επιτακτική. Παρά την έλλειψη οργανωμένων στρατιωτικών νοσοκομείων, υπήρχαν πρόχειρα χειρουργεία και σταθμοί πρώτων βοηθειών κοντά στα πεδία των μαχών. Ο Ιταλός ιατρός Μποναφίν (Bonafin) και ο Γάλλος Μπαγίν (Bailly) προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους επαναστάτες. Στη Χίο, το 1822, αναφέρεται η ύπαρξη αυτοσχέδιων ιατρείων για την περίθαλψη των τραυματιών της σφαγής.

Λίγο πριν τη Σ.Ι.Σ.

2η Διαφάνεια

Με τη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 1830, τέθηκαν οι βάσεις για οργανωμένη στρατιωτική ιατρική. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, έχοντας ιατρική γνώση και ευρωπαϊκή εμπειρία, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την υγειονομική  οργάνωση του στρατού. Το 1834 ιδρύθηκε το πρώτο στρατιωτικό νοσοκομείο στην Αθήνα, το οποίο αποτέλεσε τον πρόδρομο των μελλοντικών στρατιωτικών υγειονομικών μονάδων. Παράλληλα, άρχισε να διαμορφώνεται η ανάγκη   υγειονομικό προσωπικό. Έτσι, με τις αποφάσεις της Α’ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου, προβλέπεται ηένταξη των στρατιωτικών ιατρών όχι μόνο στις υγειονομικές μονάδες, αλλά και δίπλα στους άτακτους σχηματισμούς, προσδίδοντάς τους ενεργό ρόλο στον αγώνα. Ένα σημαντικό ορόσημο ήρθε το 1863, όταν οι ιατροί του στρατού έπαψαν να θεωρούνται απλοί διοικητικοί υπάλληλοι και πλέον εντάχθηκαν επίσημα στις τάξεις των αξιωματικών, εξισώνοντας τη στρατιωτική τους ιδιότητα με εκείνη των άλλων σωμάτων.

Καθώς η Ελλάδα προετοιμαζόταν για την επέκτασή της μέσω πολέμων και εθνικών διεκδικήσεων, έγινε φανερή η ανάγκη για μια περισσότερο συστηματική και εξειδικευμένη στρατιωτική ιατρική εκπαίδευση. Το 1911 σημειώθηκε μεταβολή στο σύστημα στελέχωσης του Υγειονομικού Σώματος: η προηγούμενη πρακτική πρόσληψης αποφοίτων της Ιατρικής Σχολής εγκαταλείπεται και στη θέση της θεσπίζεται η αποστολή αποφοίτων Γυμνασίου στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή της Λυών. Η επιλογή αυτή εντασσόταν σε μια ευρύτερη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του ελληνικού στρατού. Ωστόσο, τα μεγάλα οικονομικά βάρη της αποστολής στοεξωτερικό και η ασυμβατότητα του γαλλικού μοντέλου με τις εγχώριες στρατιωτικές ανάγκες, ανέδειξαν την αναγκαιότητα ίδρυσης μιας ελληνικής στρατιωτικής ιατρικής σχολής. Έτσι, διαμορφώθηκε σταδιακά το όραμα για έναν αυτόνομο θεσμό στρατιωτικής εκπαίδευσης υγειονομικού προσωπικού στην Ελλάδα.

Πρωτεργάτες του οράματος αυτού ήταν ο μόνιμος ανθυπίατρος Χλωροκώστας Βασίλειος και ο Γενικός Αρχίατρος Χαράλαμπρος Φλώκος, ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος διοικητής της πρώτης Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής στην Αθήνα. Ο Χλωροκώστας, ο οποίος αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή Αθηνών και κατατάχθηκε στο ελληνικό στράτευμα ως στρατιωτικός ιατρός, επελέγη και εστάλη στην Ιατρική Σχολή της Λυών για μετεκπαίδευση. Μετά την επιστροφή του το 1925, εισηγήθηκε την ίδρυση Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής στην Ελλάδα.

Από τη Σ.Ι.Σ. στη Σ.Σ.Α.Σ.

Το όραμα αυτό θα υλοποιηθεί με το Ν.Δ./30.12.1925 βάσει του οποίου ιδρύεται η πρώτη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή (Σ.Ι.Σ.) στις εγκαταστάσεις του 430 Στρατιωτικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ελπίς». Οι πρώτοι μαθητές της Σ.Ι.Σ. στην Αθήνα ήταν νέοι από 16 έως 21 ετών που συμμετείχαν σε διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί αλλά και τελειόφοιτοι του Α΄ έτους της Ιατρικής Σχολής Αθηνών που εισάγονταναπευθείας ως 2ετείς. Λίγα χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας της, μόλις το 1929, η Σχολή παύει να δέχεται νέους μαθητές, καθώς τα ανώτερα στρατιωτικά κλιμάκια κρίνουν ότι η δύναμη των τάξεων που είχαν καταταχθεί μέχρι τότε επαρκούσε για να ανταποκριθεί στις υπηρεσιακές ανάγκες του στρατού. Το 1930, η Σ.Ι.Σ. υπέστη την πρώτη μεταστέγαση με νέα έδρα τις Γενικές Αποθήκες του Ρουφ, όπου το χαμηλό βιοτικό επίπεδο και η έξαρση φυματίωσης αποτέλεσαν την αιτία για τη μεταφορά της Σχολής στο Μέγαρο Λογοθετοπούλου, στην οδό Τοσίτσα, το 1932. Πολύ σύντομα (τον Ιούνιο του 1935), σημειώνεται η οριστική παύση της λειτουργίας της.

Το 1937, ιδρύεται η Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων Υπηρεσιών (Σ.Α.Σ.Υ.), εγκατεστημένη στο Γαλλικό Νοσοκομείο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Οι μαθητές της νέας σχολής αυτής κατατάσσονται σε τέσσερα τμήματα μεταξύ των οποίων και το Υγειονομικό. Τα υπόλοιπα τμήματα που συγκροτούν τη Σ.Α.Σ.Υ. είναι το Στρατολογικό τμήμα, το τμήμα Αυτοκινήτων και το τμήμα Διαχειριστών. Ωστόσο, η έλευση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα, την 28 η Οκτωβρίου 1940, θα λειτουργήσει ως η αφορμή για την ολοκλήρωση του κύκλου ζωής της σχολής με τους 30 νέους επιτυχόντες να αδυνατούν να εισαχθούν.

Με το πέρας του πολέμου, τον Αύγουστο του 1945, οι μαθητές αυτοί τοποθετούνται στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, όπου συγκροτούν ξεχωριστό Λόχο Ιατρών που μετεξελίχθηκε σε τμήμα Υγειονομικού. Το διάστημα που ακολουθεί, πραγματοποιείται μία σειρά συνελεύσεων και συνεδριάσεων με απώτερο σκοπό την ίδρυση μίας Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη για την ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας στη Μακεδονία καθώς και της νεοϊδρυθείσας Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Πράγματι, την 6 η Ιουλίου 1946, το Γενικό Επιτελείο Στρατού εισηγείται την ίδρυση της νέας Σ.Ι.Σ. με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ενώ, στις 2 Δεκεμβρίου 1946, εκδίδεται η διαταγή ιδρύσεώς της. Διοικητής της Σχολής ορίζεται, στις 19 Μαΐου 1947, ο Γενικός Αρχίατρος Συλλαϊδόπουλος Δημήτριος. Πρόκειται για απόφοιτο της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής της Λυών που έλαβε την ειδικότητα της Ωτορινολαρυγγολογίας και συμμετείχε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ διετέλεσε και καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Στις 4 Απριλίου του 1947, διεξάγονται οι πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις και μία ημέρα αργότερα, την 5η Απριλίου, η Σχολή εγκαθίσταται στην τοποθεσία της Παλαιάς Γερμανικής Σχολής, το σημερινό Ινστιτούτο Γκέτε επί της οδού Βασιλίσσης Όλγας.

Ιδιομορφία πρώτων τάξεων εισαγωγής.

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιδιομορφία των τάξεων εισαγωγής του πρώτου έτους λειτουργίας της Σ.Ι.Σ. Θεσσαλονίκης. Δεν είχε πραγματοποιηθεί μία μεμονωμένη κατάταξη μαθητών στην ίδια τάξη αλλά συντελέστηκαν πέντε επιμέρους εισαγωγές μαθητών σε διαφορετικές τάξεις και με διαφορετικά κριτήρια εισαγωγής. Η πρώτη τάξη εισαγωγής, που σύμφωνα με τη βιβλιογραφία καλείται 1947Α , κατατάχθηκε την 1 η Αυγούστου 1947, αποτελούμενη από 32 μαθητές. Βασική προϋπόθεση εισαγωγής, πλην των εισαγωγικών εξετάσεων, ήταν η παρακολούθηση του Α’ έτους σπουδών τους ως πολίτες φοιτητές, είτε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών από όπου προέρχονται 24 φοιτητές, είτε στην Ιατρική Σχολή του Α.Π.Θ. όπως στην περίπτωση των υπολοίπων 8 μαθητών μεταξύ των οποίων και ο πρώτος Αρχηγός, ο Απόστολος Καρνής. Πολύ σύντομα μετά την κατάταξή τους, οι περατώσαντες των ακαδημαϊκών υποχρεώσεων του Α’ έτους της Ιατρικής ονομάζονται δευτεροετείς.

Η επόμενη τάξη εισαγωγής (1947Β) θα περάσει την πύλη της Σχολής στις 17 Νοεμβρίου 1947. Είναι 68 μαθητές, που είχαν μόλις εγγραφεί είτε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών (2 μαθητές), είτε στην Ιατρική Σχολή Α.Π.Θ. (66 μαθητές). Εξαίρεση αποτελούν δύο μαθητές που ήταν ήδη εγγεγραμμένοι, αλλά είχαν παρακολουθήσει ελλιπώς το Α’ έτος σπουδών. Ως εκ τούτου, οι μαθητές αυτοί συγκροτούν την πρώτη τάξη της Σ.Ι.Σ. Η σχολή απαριθμεί πλέον 100 μαθητές στο σύνολό της.

Ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο με τις προσθήκες των τάξεων 1947Γ και 1947Δ στις 8 Ιανουαρίου 1948. . Η τρίτη σειρά εισαγωγής αποτελείται από έναν μόνο μαθητή, τον Τσιρώνη Γεώργιο, που ονομάζεται κατευθείαν τεταρτοετής αλλά και Αρχηγός Σχολής, έχοντας φοιτήσει τα πρώτα χρόνια σπουδών στην Αθήνα. Η 1947Δ συνίσταται από 7 μαθητές που ονομάζονται απευθείας 3ετείς και 8 μαθητές που ονομάζονται απευθείας 2ετείς. Προφανώς και έχουν παρακολουθήσει τα πρώτα έτη σπουδών τους ως πολίτες φοιτητές στην Αθήνα (5 μαθητές) ή στη Θεσσαλονίκη (10 μαθητές). Την ορκωμοσία όλων αυτών που έπεται στις αρχές Μαρτίου 1948 θα διαδεχθεί και η εισαγωγή της τελευταίας τάξης (1947Ε), τους μήνες Απρίλιο έως Ιούλιο. Πρόκειται για μαθητές που πριν από λίγους μήνες φορούσαν τη στολή της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Είναι ορισμένοι από τους 30 επιτυχόντες της Σ.Α.Σ.Υ. που, λόγω του ξεσπάσματος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν πρόλαβαν να καταταχθούν και εισήχθησαν, με τη λήξη του παγκόσμιας κρίσης αυτής, στη Σ.Σ.Ε. στο τμήμα Υγειονομικού. Το 1946 θα παύσει η λειτουργία του Υγειονομικού τμήματος ΣΣΕ και οι μαθητές θα συνεχίσουν την εκπαίδευση στο 402 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Οι 8 που δεν έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους εκεί είναι και αυτοί που θα κληθούν να συμπληρώσουν τον τελικό αριθμό των 124 πρώτων μαθητών, ολοκληρώνοντας την «Οδύσσειά» τους στη Σ.Ι.Σ. Θεσσαλονίκης. Με την έναρξη του Ακαδημαϊκού Έτους 1948-1949 ονομάστηκαν κατευθείαν 5ετείς.

Στα πλαίσια της ιδιαιτερότητας του πρώτου έτους λειτουργίας της Σ.Ι.Σ. Θεσσαλονίκης, υλοποιήθηκε ερευνητική εργασία, σε συνεργασία με το Μουσείο Ιστορίας της Ιατρικής του τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ. και τη Διεύθυνση Σπουδών της Σ.Σ.Α.Σ. Ως πρωτογενείς πηγές της έρευνας αξιοποιήθηκαν το αρχείο του τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ. που περιλαμβάνει ατομικούς φακέλους όλων των φοιτητών, φοιτητολόγια και βαθμολόγια καθώς και το φύλλο μητρώου της Σ.Ι.Σ. που εκτίθεται στο μουσείο της Σ.Σ.Α.Σ. Αλιεύτηκε ένα πλήθος αρχείων, όπως φωτογραφίες, αιτήσεις, βεβαιώσεις, πιστοποιητικά, απολυτήρια και αντίγραφα πτυχίου παρέχοντας πληροφορίες με ακαδημαϊκά και δημογραφικά δεδομένα. Έτσι, τα αποτελέσματα της εργασίας κατανεμήθηκαν σε 3 επιμέρους άξονες: την ανάλυση της οικογενειακής κατάστασης, την ανάλυση καταγωγής και την ανάλυση της ακαδημαϊκής παρουσίας. Ως προς την καταγωγή μελετήθηκε ο τόπος προέλευσης/ μόνιμης κατοικίας των μαθητών αυτών αλλά και το περιβάλλον ανατροφής (αστικό ή αγροτικό/ημιαστικό).

Η έρευνα ανέδειξε τη βόρεια Ελλάδα, και συγκεκριμένα τις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, ως το πλέον αντιπροσωπευτικό τμήμα του ελλαδικού χώρου, με τη Θεσσαλονίκη να διατηρεί τα πρωτεία στον αριθμό των μαθητών. Στη συνέχεια ακολουθούν η Αθήνα και η Πελοπόννησος, παρουσιάζοντας επίσης υψηλά ποσοστά. Αξιοσημείωτη είναι και η συμμετοχή μαθητών από νησιωτικές περιοχές. Τα αποτελέσματα αυτά αντανακλούν τις δυσκολίες μετακίνησης κατά την εν λόγω ιστορική περίοδο, όταν η χώρα δεν είχε ακόμη εξέλθει πλήρως από τις καταστροφικές συνέπειες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και βρισκόταν ήδη στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου. Επιπλέον, καταδεικνύεται η περιορισμένη και καθυστερημένη ροή πληροφόρησης προς περιοχές εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, εξαιτίας των περιορισμένων μέσων της εποχής. Παρά τα παραπάνω, η δεύτερη φάση της ανάλυσης ανέδειξε μια αξιοσημείωτη ισορροπία μεταξύ μαθητών που προέρχονταν από αστικό περιβάλλον και εκείνων που ζούσαν σε ημιαστικές ή αγροτικές περιοχές. Για την ανάλυση της οικογενειακής κατάστασης τέθηκε στο μικροσκόπιο το επάγγελμα πατρός και το επίπεδο βιοπορισμού. Το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών προερχόταν από οικογένειες μικροαστών ελεύθερων επαγγελματιών, όπως έμποροι, καταστηματάρχες, τεχνίτες και κτηματίες. Η αμέσως επόμενη, σε μέγεθος, κοινωνική ομάδα ήταν τα τέκνα δημοσίων λειτουργών, όπως εκπαιδευτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η παρουσία τέκνων στρατιωτικών, που αντιστοιχούν στο 24% του συνόλου, περιλαμβανομένων και ορισμένων περιπτώσεων στρατιωτικών ιατρών.

Η κατανομή επεκτείνεται επίσης σε τέκνα ελεύθερων επαγγελματιών της ανώτερης κοινωνικής τάξης (όπως ιατροί, δικηγόροι και βιομήχανοι), καθώς και σε παιδιά βιοπαλαιστών – αγροτών, εργατών και μεταναστών – αλλά και ανέργων, αν και οι αριθμοί αυτών των κατηγοριών παραμένουν συγκριτικά χαμηλοί σε σχέση με τις προαναφερθείσες επαγγελματικές ομάδες. Επίσης, η μελέτη των ατομικών φακέλων ανέδειξε την ύπαρξη αρκετών περιπτώσεων που σήμερα εντάσσονται στις λεγόμενες «ειδικές κατηγορίες». Σε αυτές περιλαμβάνονται πολύτεκνες οικογένειες, μαθητές ορφανοί από πατέρα, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώνεται σοβαρή αδυναμία οικογενειακής συντήρησης — μεταξύ αυτών άνεργοι και ανάπηροι πολέμου. Οι κατηγορίες αυτές αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τέταρτο του συνόλου των μαθητών. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι φάκελοι δεν παρείχαν επαρκή στοιχεία για την πλήρη αποτύπωση της οικογενειακής κατάστασης. Συνεπώς, προκύπτει το συμπέρασμα ότι, αν και η πλειονότητα των μαθητών προερχόταν από οικογένειες με μέτριες έως ικανοποιητικές δυνατότητες βιοπορισμού, δεν υπήρχε εξασφαλισμένο μέλλον όσον αφορά το βιοτικό τους επίπεδο. Έτσι σε ορισμένες περιπτώσεις η Σ.Ι.Σ. αποτελούσε και μία διέξοδο της καταβολής των υποχρεωτικών για τη φοίτηση στην Ιατρική τότε, διδάκτρων.

Ο τρίτος πυλώνας των ευρημάτων σχετίζεται με την ακαδημαϊκή πορεία των μαθητών, και συγκεκριμένα με τον βαθμό απόκτησης του πτυχίου τους. Η συντριπτική πλειοψηφία αποφοίτησε με τον συνηθισμένο για φοιτητές Ιατρικής βαθμό «Λίαν Καλώς», ο οποίος αναγραφόταν με κεφαλαία γράμματα στα πτυχία τους.

Από τη Σ.Ι.Σ. στη Σ.Σ.Α.Σ.

4η Διαφάνεια

Στη «βιογραφία» της Σ.Ι.Σ. προστίθεται η δημιουργία του Κτηνιατρικού τμήματος, το 1953, του Οδοντιατρικού τμήματος, το 1961 και του Φαρμακευτικού τμήματος, ένα χρόνο αργότερο. Το ίδιο έτος, κατατάσσονται, για πρώτη φορά, αλλοδαποί μαθητές. Με την ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων, τον Ιούλιο του 1967, η «σύσταση» της Σχολής παύει να είναι αμιγώς υγειονομική, καθώς σημειώνεται η προσθήκη Δικαστικού, Στρατολογικού και Οικονομικού τμήματος.

Τον Φεβρουάριο του 1981, το στρατόπεδο «Μακεδονομάχου Κώττα», στο οποίο η Σχολή εδρεύει ήδη από το 1958, μετονομάζεται σε στρατόπεδο «Λοχαγού Ιατρού Φωκά Φωκά», διατηρώντας έως και σήμερα τη νέα του ονομασία. Πρόκειται για τον έφεδρο ανθυπίατρο που Υπηρέτησε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως ιατρός του 14ου Συντάγματος Πεζικού και της Ταξιαρχίας Ιππικού. Στις 5 Ιουλίου 1921, σκοτώθηκε στο Ουτς Σεράι από τις τουρκικές δυνάμεις, όταν αρνήθηκε να εγκαταλείψει τους τραυματίες του. Προήχθη μεταθανάτια στον βαθμό του Λοχαγού Ιατρού το 1945.

Η πρώτη γυναίκα εισάγεται στη σχολή το 1989, στο Ιατρικό τμήμα. Το τελευταίο τμήμα που ιδρύεται είναι το Ψυχολογικό, το 2005, συμπληρώνοντας τον τελικό σχηματισμό των τμημάτων μαζί με το Νομικό τμήμα, που από το 2016 έχει αντικαταστήσει το τμήμα Στρατολογικού- Στρατιωτικών Νομικών Συμβούλων (Σ.Σ.Ν.Σ.).

Η ίδρυση και η λειτουργία της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο για τη συστηματική εκπαίδευση στρατιωτικών ιατρών στην Ελλάδα. Η εμπειρία και το πρότυπο που διαμορφώθηκε στα πρώτα εκείνα χρόνια συνέβαλαν καθοριστικά στην εξέλιξη της στρατιωτικής ιατρικής εκπαίδευσης και οδήγησαν τελικά στην ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ), η οποία ενσωμάτωσε τη ΣΙΣ και συνέχισε την αποστολή της. Έτσι, η παράδοση, το ήθος και η ακαδημαϊκή ποιότητα της ΣΙΣ ζουν και εξελίσσονται μέχρι σήμερα, μέσω της ΣΣΑΣ, υπηρετώντας διαχρονικά τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων και της πατρίδας.


  • Επιμέλεια ανάρτησης
  • Υπτγος ε.α Αργύρης Τασιόπουλος
  • Γ Γραμματέας ΕΕΥΕΔ

2 thoughts on “ΑΠΟ ΤΗΝ Σ.Ι.Σ ΣΤΗΝ Σ.Σ.Α.Σ

  1. Ο/Η Αριστείδης Διαμαντής λέει:

    Ο Μαχάων και ο Ποδαλείριος δεν ήταν γιοί του Ιπποκράτη, αλλά του Ασκληπιού.

    1. Ο/Η ΕΕΥΕΔ λέει:

      Ευχαριστούμε για την διόρθωση. Ήδη το κείμενο στην ανάρτηση ενημερώθηκε.
      Αργύρης Τασιόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *