Η ΘΕΙΑ ΝΟΜΩ

  • 2026.03.05
  • Διώνη Σακή

Ξεκινάμε σήμερα μια σειρά αφιερωμάτων στη σχέση της Ελληνικής λογοτεχνίας με την υγεία, ανατρέχοντας στις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε καλύτερη αρχή από τον Ανδρέα Καρκαβίτσα (1866-1922).

Οι περισσότεροι τον γνωρίζουμε ως τον κορυφαίο θαλασσογράφο μας, όμως για εμάς έχει μια επιπλέον ιδιότητα ήταν Στρατιωτικός Γιατρός, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1888), ο οποίος υπηρέτησε ως υγειονομικός αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό και σε απομονωμένα λιμαρχεία.

Στο διήγημά του «Η Θεια Νόμω», ο Καρκαβίτσας δεν γράφει απλώς μυθοπλασία· καταθέτει μια «κλινική αναφορά» της εποχής του. Μέσα από την πένα του, βλέπουμε τη διαχρονική σύγκρουση της  Ορθολογικής Ιατρικής (την επιστήμη που παλεύει με πενιχρά μέσα) και τις Κοινωνικές Προκαταλήψεις (τη λαϊκή ιατρική, τις δεισιδαιμονίες και την ημιμάθεια).  Το διήγημα του Καρκαβίτσα αν και γραμμένο πάνω από έναν αιώνα πριν, μας θέτει ενώπιον ερωτημάτων που συναντάμε ακόμα και σήμερα στην κλινική πράξη. Πόσο  ρόλο παίζει η «αυθεντία» του επιστήμονα όταν έρχεται αντιμέτωπη με βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις της κοινότητας; Ο Καρκαβίτσας αναδεικνύει ότι ο γιατρός δεν παλεύει μόνο με το βακτήριο ή τον ιό, αλλά και με τις κοινωνικές συνθήκες και την έλλειψη παιδείας.  Η «Θεια-Νόμω» μπορεί σήμερα να μην χρησιμοποιεί λάδι και ξόρκια, αλλά ίσως επιβιώνει μέσα από την παραπληροφόρηση του διαδικτύου ή τις αντιεπιστημονικές θεωρίες.

Το κείμενο που ακολουθεί μας υπενθυμίζει ότι ο ρόλος του υγειονομικού δεν περιορίζεται στη διάγνωση και τη θεραπεία, αλλά επεκτείνεται στη διαρκή μάχη κατά της άγνοιας και του κοινωνικού στίγματος—μια μάχη που, παρά την πρόοδο της τεχνολογίας, παραμένει επίκαιρη.

Η ΘΕΙΑ ΝΟΜΩ

του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Η θεια-Νόμω ήταν η πρώτη γυναίκα του χωριού. Όχι πως είχε πλούτη, ούτε πως ήταν από σόι μεγάλο. Ήταν όμως η «γιατρέσσα». Ήξερε όλα τα βότανα του βουνού, όλα τα ξόρκια του κόσμου και όλες τις συνήθειες των ξωτικών. Όταν αρρώσταινε κανείς στο χωριό, πριν φωνάξουν τον γιατρό από την πόλη —που κόστιζε και ακριβά και «δεν ήξερε από τέτοια»— φώναζαν τη θεια-Νόμω.

Εκείνη ερχόταν με το σακούλι της γεμάτο ρίζες, με το κομποσκοίνι της και το σοβαρό της ύφος. Κοίταζε τον άρρωστο, κουνούσε το κεφάλι και άρχιζε: — Μάτι είναι, χριστιανοί μου! Κακό μάτι τον βρήκε τον άνθρωπο.

Μια μέρα, ο γιος του δημάρχου, ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, έπεσε στο κρεβάτι με βαρύ πυρετό. Ο δήμαρχος, άνθρωπος κάπως πιο «ανοιχτός», έφερε τον γιατρό του Ναυτικού που έτυχε να βρίσκεται στο λιμάνι. Ο γιατρός, νέος επιστήμονας με τη στολή του, μπήκε στο δωμάτιο. Βρήκε τα παράθυρα κλειστά, την ατμόσφαιρα πνιγμένη από το λιβάνι και τη θεια-Νόμω να σιγοψιθυρίζει πάνω από το κεφάλι του αρρώστου, κρατώντας ένα ποτήρι νερό με λάδι.

— Ανοίξτε τα παράθυρα! φώναξε ο γιατρός. Χρειάζεται καθαρός αέρας. Η θεια-Νόμω τον κοίταξε με περιφρόνηση. — Τι λες, παιδάκι μου; Θέλεις να τον πάρει το ρέμα και να πάει χαμένος; Το κακό πνεύμα θέλει σκοτάδι για να φύγει.

Ο γιατρός πλησίασε τον άρρωστο. Του έπιασε τον σφυγμό, του έβαλε το αυτί στο στήθος. — Είναι πνευμονία, είπε σοβαρά στον δήμαρχο. Θέλει αμέσως καθαριότητα, δροσιά και αυτά τα φάρμακα. Και έβγαλε να γράψει τη συνταγή.

Η θεια-Νόμω άρχισε να γελάει σιγανά, με ένα γέλιο που έμοιαζε με τρίξιμο ξερού κλαδιού. — Φάρμακα; Τι να τα κάνει τα φάρμακα; Αυτόν τον πάτησε η Νεράιδα στη βρύση. Αν δεν του κάνω εγώ το «ξεμάτιασμα της εννιάμερης», γιατρό μην περιμένετε.

Ο γιατρός εξοργίστηκε. — Γυναίκα, κάνε στην άκρη! Εδώ έχουμε να κάνουμε με επιστήμη, όχι με παραμύθια. Το παιδί πεθαίνει από τη μόλυνση και την ασφυξία. — Η επιστήμη σου, γιατρέ μου, είναι για τα χαρτιά, αποκρίθηκε εκείνη ήρεμα. Εμείς εδώ έχουμε τη δική μας γιατρειά, που την ξέρουμε από τους παππούδες μας.

Ο δήμαρχος στεκόταν στη μέση, ανάμεσα στον γιατρό και τη γριά. Από τη μια φοβόταν τον νόμο και την επιστήμη, από την άλλη πίστευε βαθιά μέσα του πως η θεια-Νόμω «κάτι ήξερε». Ο γιατρός έδωσε τις οδηγίες του και έφυγε, υποσχόμενος να ξανάρθει το βράδυ.

Μόλις έκλεισε η πόρτα, η θεια-Νόμω πέταξε τα φάρμακα στο τζάκι. — Θα τον κάψουν τον άνθρωπο αυτά τα δηλητήρια! είπε. Έκλεισε πάλι τα παράθυρα, άναψε περισσότερα κεριά και άρχισε τα δικά της. Έτριβε το στήθος του αρρώστου με ακάθαρτο λίπος και του έδινε να πιει ένα ζωμό από πικρά χόρτα που είχε βράσει μόνη της.

Το βράδυ, όταν ο γιατρός επέστρεψε, βρήκε το παιδί σε παραλήρημα. Η κατάσταση είχε χειροτερέψει. — Γιατί δεν δώσατε τα φάρμακα; Γιατί είναι όλα κλειστά; ρώτησε με απόγνωση. Αλλά κανείς δεν του απαντούσε. Όλοι στο δωμάτιο κοιτούσαν τη θεια-Νόμω, που με μια παράξενη γαλήνη έλεγε: — Φεύγει το κακό… φεύγει…

Ο γιατρός κατάλαβε πως ήταν μόνος του. Μια ολόκληρη κοινωνία, βυθισμένη στο σκοτάδι των αιώνων, στεκόταν απέναντι στην επιστήμη του. Ένιωσε την αδυναμία των γνώσεών του μπροστά στο τείχος της αμάθειας.

Το πρωί, οι καμπάνες χτύπησαν λυπητερά. Το παλικάρι είχε «φύγει». Η θεια-Νόμω μάζεψε τα σύνεργά της, έβαλε το μαντίλι της και βγαίνοντας από το σπίτι είπε στον δήμαρχο:

— Άργησες να με φωνάξεις, δήμαρχε. Το κακό είχε ριζώσει βαθιά. Αν δεν είχε έρθει και ο γιατρός να τον ταράξει με τα κρύα του και τα γραψίματά του, ίσως και να τον σώζαμε…

Και ο κόσμος την πίστεψε.


Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας γεννήθηκε το 1866, στα Λεχαινά της Ηλείας. Φοίτησε στο ΕΚΠΑ, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο στα 1888-1889, με λίαν Καλώς. Κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό το 1896, με αριθμό μητρώου τον 4522. Μετέσχε στους Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, υπό τον Στρατηγό Τιμολέοντα Βάσσο, στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912- 1913 και στην Μικρασιατική Εκστρατεία 1917- 1922. Έφθασε στον βαθμό του Γενικού Αρχιάτρου και αποστρατεύθηκε στις 16 Μαίου 1922. Πέθανε στο Μαρούσι τον Αύγουστο 1922.

Υπήρξε ένας από τους τρεις εκπροσώπους της Ελληνικής Ηθογραφίας, όπως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Γεώργιος Βιζυηνός. Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, υπήρξε ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία. Αρθρογράφησε σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες.

 

Δείτε την εργογραφία στα “Γράμματα και Τέχνες” στην Ιστοσελίδα της ΕΕΥΕΔ : εδώ

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

 

One thought on “Η ΘΕΙΑ ΝΟΜΩ

  1. Ο/Η Δημήτρης Αλειφερόπουλος λέει:

    Συγχαρητήρια. Πολύ όμορφη η ιδέα σας με την σειρά αφιερωμάτων που ξεκινήσατε. Δεν μπορώ να φανταστώ οτι υπάρχει κάποιος που να πιστεύει οτι ο σεναριογράφος της παλαιάς ασπρόμαυρης ελληνικής ταινίας «Η κυρά μας η μαμή» δεν είχε διαβάσει την «Θεια-Νόμω» του Καρκαβίτσα! Και πάλι συγχαρητήρια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *