ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ 1821
Στον Μαρμαρωμένο Βασιληά
(Κωνσταντίνο Παλαιολόγο)

Βασιληά Μαρμαρωμένε,
της Ελλάδας, Ακρίτα, Διγενή,
στης βασιλεύουσας τα μαρμαρένια αλώνια,
άφησες την τελευταία σου πνοή.
Με τη θυσία σου ξέπλυνες,
από αιώνων αθλιότητες, τον λαό
και με τον θρύλο σου, το Γένος ένωσες,
στο σύμβολο του, τον Σταυρό.
Η ψυχή σου φτερούγισε, ανάλαφρη,
σε χώρους, ηρώων, στον ουρανό,
αφού, το καθήκον Σου, εκπλήρωσες,
απέναντι στην Ιστορία του Έθνους και τον Θεό.
Φίλιππο, Αλέξανδρο και όλους,
τους νικητές της ζωής υποσκέλισες
και με την Πανάξια Θυσία Σου,
το ανώφλι της καρδιάς, Πανελλήνων δρασκέλισες.
Νίκη και Νικητές χωρούν,
σ’εφήμερη πραγματικότητα,
Θυσία και Θρύλος ξεφεύγουν
κι’ ανήκουν στην Αιωνιότητα.
Η καθιαγιασμένη, Ελληνική σου ψυχή,
σε κόλπους Θεού, ησυχία δε θα νοιώσει,
αν η Λειτουργία της Αγιά-Σοφιάς,
που στη μέση έμεινε, δεν τελειώσει.
![]()
Σκυταλοδρόμοι της Λευτεριάς

Στου Έθνους την πορεία, την τραχειά, το δύσβατο μονοπάτι για το Γολγοθά, την ώρα που όλα καλύπτει, βαθύ σκοτάδι, η δάδα της Λευτεριάς, σε χέρια στιβαρά. μας ξεμακραίνει απ’ τον Άδη.
Τη δάδα αυτή κρατούν, περήφανοι σκυταλοδρόμοι και, με σιγουριά μας οδηγούν, εκεί που πιστεύαμε, πως κλείσαν, όλ' οι δρόμοι.
Σκυταλοδρόμος Μεγαλείου και Φωτός, ήταν, ο Αλέξανδρος, ο Μακεδόνας Αετός, που την Ελληνική σκέψη, σε κιβωτό, την έσπειρε σε χώμα Ασιατικό.
Σκυταλοδρόμος, πούπεσε, ηρωικά, στης Βασιλεύουσας τα μαρμαρωμένα αλώνια κι έγινε θρύλος με φτερά, ήταν ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς τα δίσεχτα τα χρόνια.
Λαμπαδηδρόμος, που άναψε, σ’εμάς τη σπίθα για Λευτεριά, ήταν ο Εθναπόστολος ο Πατροκοσμάς, που με πίστη και Λόγο, έκαψε τα τουρκικά δεσμά.
Λαμπαδηδρόμος και ψυχών Πυρπολητής,
ήταν, ο Ρήγας ο Βελεστινλής,
που ξύπνησε ξανά, τις Θερποπύλες
και με το Θούριο, άνοιξε της Λευτεριάς τις Πύλες.
Τιμή και δόξα στους σκυταλοδρόμους, επώνυμους κι' ανώνυμους, αγωνιστές που της Λευτεριάς διάβηκαν τους δρόμους και στο χρέος της Θυσίας, μας καλούν μιμητές. Σημείωση: Αφιερώνεται στον πατέρα μου, που στις 10-6-1944 εκτελέστηκε από τους Βουλγάρους κατακτητές γιατί αγωνιζόταν για την Λευτεριά της Πατρίδας.
![]()
Στον Αθανάσιο Διάκο

Της Άνοιξης χρυσή δροσοσταλίδα,
πότισε άνθη λεμονιάς,
αγκάλιασε τη θεία Ηλιαχτίδα,
έφτιαξε στεφάνι, αμάραντο, της Λευτεριάς.
Τον ήρωα, που πάντρεψε τη νιότη.
με, της φύσης, σκίρτημα ιερό,
της αθανασίας στεφάνωσε Ιππότη,
Σύμβολο, Αιώνιο και Φωτεινό.
Την ώρα που γεννιόταν η Ελπίδα,
μέσ’ απ’ τα κρινολούλουδα του Απριλιού,
φλόγα ψυχής, ανάσαινε η Πατρίδα,
Λαμπάδα Ανάστασης, η Θυσία του Παληκαριού.
![]()
Στον Καραϊσκάκη

Ψυχή τιτάνα, φώλιαζε,
μέσα σε θεριού την οψη,
και τους Τούρκους, κάτω σώριαζε,
τ’ αστρατερού σπαθιού σου η κόψη.
Σε σπηλιά, σαν τ’ αγρίμι γεννημένος,
απ’ τη ζωή και τους ανθρώπους κατατρεγμένος,
τη μοίρα της Ελλάδας άλλαζες,
με της ψυχής του τη φωτιά, ο Ευλογημένος.
Η αιώνια Ελληνική σπίθα, για λευτεριά
μέσα σου άναψε, φούντωσε,
πύρωσε και ζέστανε,
την παγωμένη του Έθνους καρδιά.
Όσο έλιωνε, από τη φθίση το κορμί σου,
τόσο γιγάντωνε και θέριευε η ψυχή σου,
γιατί ήτανε από ατσάλι γεννημένη
με της φυλής τα βάσανα και τους καημούς
του Γένους μας θρεμμένη.
Μόνο Σύ, Μεγάλη Μάνα
που γέννησες έναν Αχιλλέα,
μπορούσες ν’ αναδείξεις σε Προμηθέα,
ένα νόθο και άκληρο παιδί
και την καρδιά του να οπλίσεις
μ’ ασίγαστη, ανίκητη ορμή.
Ελλάδα μας τρισένδοξη
και τιτανογεννήτρα,
φιλοσόφων, στοχαστών
και ηρώων μήτρα,
σκύψε, στοργικά, και φίλησε
της καλoγρηάς τη φύτρα.
Ευάγγελος Βασιλείου
Γεν. Αρχίατρος ε.α
Ειδικός Παθολόγος Καρδιολόγος
![]()
